Μοντέρνα τέχνη και κρίση του καλλιτεχνικού κριτηρίου
22/09/2026
Η ισχυρότερη κριτική στη μοντέρνα τέχνη δεν είναι ότι είναι άσχημη, ακατανόητη ή ότι “θα μπορούσε να την κάνει ένα παιδί”. Είναι πολύ βαθύτερη: ότι, στην προσπάθειά της να απελευθερώσει την τέχνη από τους παλιούς κανόνες, κινδυνεύει να απελευθερώσει και την καλλιτεχνική κρίση από κάθε ανεξάρτητο κριτήριο.
Η παραδοσιακή ζωγραφική έθετε στον καλλιτέχνη αντιστάσεις. Έπρεπε να κατακτήσει το σώμα, τον χώρο, το φως, την υλικότητα, την έκφραση. Μπορούσε να αποτύχει με τρόπο που ήταν ορατός. Η δεξιοτεχνία δεν ήταν απλώς διακοσμητικό προσόν, αλλά ήταν μέρος της ίδιας της δυσκολίας του εγχειρήματος. Ο ζωγράφος έπρεπε να κατορθώσει κάτι.
Ο μοντερνισμός, αντίθετα, άρχισε να αποσυνδέει την καλλιτεχνική αξία από την αναπαράσταση, την ομορφιά και τη δεξιοτεχνία. Αυτό υπήρξε ιστορικά γόνιμο, αλλά δημιούργησε ένα πρόβλημα που δεν λύνεται εύκολα: όταν σχεδόν τίποτε δεν είναι αναγκαίο για να είναι ένα αντικείμενο τέχνη, τι είναι αυτό που μπορεί ακόμα να το κάνει σπουδαία τέχνη;
Εδώ βρίσκεται ο Pollock. Ο Pollock δεν ζωγραφίζει ένα αντικείμενο, αλλά αφήνει επάνω στον καμβά τα ίχνη μιας πράξης. Το χρώμα στάζει, εκτοξεύεται, διασχίζει την επιφάνεια. Η χειρονομία γίνεται περιεχόμενο. Αλλά εδώ πρέπει να τεθεί μια ανελέητη ερώτηση: Γιατί μια χειρονομία είναι καλλιτεχνικά σημαντική;
Επειδή είναι αυθόρμητη; Τότε και η αυθόρμητη κίνηση οποιουδήποτε ανθρώπου θα μπορούσε να αποκτήσει καλλιτεχνική αξία. Επειδή είναι προσωπική; Τότε κάθε προσωπική χειρονομία είναι δυνητικά έργο τέχνης. Επειδή είναι δύσκολο να επαναληφθεί; Η δυσκολία δεν ισοδυναμεί με αισθητική αξία. Επειδή είναι του Pollock; Αυτό όμως μετατρέπει την αξία, από ιδιότητα του έργου, σε ιδιότητα του ονόματος.
Η υπεράσπιση του Pollock μπορεί βεβαίως να απαντήσει ότι τίποτε από αυτά δεν αρκεί: η αξία βρίσκεται στην εξαιρετικά σύνθετη οργάνωση της επιφάνειας, στον ρυθμό, στην πυκνότητα, στις σχέσεις των ιχνών και στην ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο και στην απρόβλεπτη κίνηση. Αλλά τότε η υπεράσπιση επιστρέφει, σχεδόν αναγκαστικά, σε αισθητικά κριτήρια. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η αδυναμία τής πιο ακραίας εκδοχής του “ζωγραφικού συμβάντος”: η πράξη της δημιουργίας δεν μπορεί από μόνη της να πιστοποιήσει την αξία του δημιουργήματος.
Είναι αισθητική αξία η τυπολατρική πειθαρχία;
Το αντίθετο πρόβλημα συναντούμε στον Mondrian. Εδώ δεν έχουμε έκρηξη χειρονομίας, αλλά σχεδόν τυπολατρική πειθαρχία: οριζόντιες και κάθετες γραμμές, ορθογώνια, λευκό, μαύρο και βασικά χρώματα. Η ζωγραφική απογυμνώνεται από το “περιττό”, μέχρι να μείνουν οι στοιχειώδεις σχέσεις. Αλλά ακριβώς τότε πρέπει να ρωτήσουμε: τι έχει κερδίσει η τέχνη και τι έχει χάσει; Αν η αφαίρεση αφαιρεί το σώμα, το πρόσωπο, το τοπίο, την ιστορία, τη μυθολογία, το δράμα, τον χαρακτήρα και τη συγκεκριμένη ανθρώπινη εμπειρία, τότε δεν πρέπει να απαιτήσουμε από αυτήν μια εξαιρετικά ισχυρή δικαιολόγηση για το τι μας προσφέρει στη θέση τους;
Ο Mondrian μπορεί να απαντήσει ότι δεν θέλει να αναπαραστήσει τον κόσμο, αλλά να αποκαλύψει μια βαθύτερη τάξη μέσα από την καθαρότητα των σχέσεων. Αυτό είναι συνεπές. Αλλά τότε προκύπτει μια νέα δυσκολία: πώς αποδεικνύεται ότι αυτή η συγκεκριμένη σύνθεση αποκαλύπτει πράγματι κάτι βαθύτερο και δεν είναι, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς ένα κομψό γεωμετρικό σχέδιο;
Εδώ ακριβώς η κριτική μπορεί να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος. Διότι μπορεί κανείς να φανταστεί έναν πίνακα του Mondrian ελάχιστα διαφορετικό: μια γραμμή λίγο μακρύτερη, ένα τετράγωνο λίγο μεγαλύτερο, ένα χρώμα μετατοπισμένο κατά λίγα εκατοστά. Σε ποιο ακριβώς σημείο η σύνθεση περνά, από το “μεγάλο έργο”, στο “αδιάφορο σχέδιο”; Και ποιο είναι το κριτήριο που μας επιτρέπει να το γνωρίζουμε;
Αν η απάντηση είναι ότι αυτό το κριτήριο είναι αισθητικό, τότε πρέπει να το διατυπώσουμε. Αν είναι ιστορικό, τότε η αξία εξαρτάται εν μέρει από τη θέση του έργου στην ιστορία. Αν είναι θεωρητικό, τότε η θεωρία αποκτά αποφασιστικό ρόλο. Και αν είναι θεσμικό (αν δηλαδή ένα έργο είναι τέχνη επειδή το αναγνωρίζει ο κόσμος της τέχνης), τότε εμφανίζεται ο πιο ενοχλητικός κίνδυνος: μήπως ο κόσμος της τέχνης δεν ανακαλύπτει πάντοτε την αξία, αλλά ενίοτε την κατασκευάζει και, μάλιστα, με αυθαίρετα, ή και δόλια, ή και διεστραμμένα, κριτήρια;
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μοντέρνα τέχνη είναι απάτη ή ότι οι καλλιτέχνες της δεν είχαν τεχνική. Σημαίνει κάτι πολύ πιο σοβαρό: ότι η μοντέρνα τέχνη μετέφερε ένα μέρος του βάρους της καλλιτεχνικής αξίας, από το έργο, στο πλαίσιο μέσα στο οποίο το έργο ερμηνεύεται, και μάλιστα συχνά, το έκανε αυτό χωρίς έναν θεμελιώδη λόγο και διάλογο περί κριτηρίων.
Το κρίσιμο ερώτημα
Και εδώ εμφανίζεται ένα σόφισμα του κύκλου: Το έργο δεν είναι εντυπωσιακό με τα παραδοσιακά κριτήρια, άρα χρειαζόμαστε νέα κριτήρια. Τα νέα κριτήρια προκύπτουν από τη θεωρία του μοντερνισμού. Και στη συνέχεια, η επιτυχία του έργου αποδεικνύεται επειδή ανταποκρίνεται στα κριτήρια που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να εξηγήσουν αυτό το είδος έργου. Έτσι, δημιουργείται η υποψία ενός αυτοεπικυρούμενου συστήματος.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η μοντέρνα τέχνη εγκατέλειψε τους κανόνες. Το πρόβλημα είναι ότι, αφού τους εγκατέλειψε, πρέπει να απαντήσει σε μια ερώτηση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει: Γιατί αυτό είναι καλύτερο από εκείνο; Όχι “γιατί είναι διαφορετικό”. Όχι “γιατί είναι πρωτοποριακό”. Όχι “γιατί έχει ιστορική σημασία”. Όχι “γιατί ο καλλιτέχνης το εννοούσε έτσι”. Αλλά: τι υπάρχει μέσα στο ίδιο το καλλιτεχνικό επίτευγμα που δικαιολογεί την αισθητική μας κρίση; Αυτό είναι το πραγματικό δικαστήριο στο οποίο πρέπει να προσέλθουν τόσο ο Pollock όσο και ο Mondrian.
Και εδώ βρίσκεται η παράδοξη θέση της μοντέρνας τέχνης: η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη πρόκλησή της. Έστω ότι κατόρθωσε να αποδείξει ότι τέχνη μπορεί να υπάρξει χωρίς την παραδοσιακή αναπαράσταση, χωρίς αφήγηση και χωρίς την παλαιά έννοια της δεξιοτεχνίας. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, μας ανάγκασε να ξαναθέσουμε το δυσκολότερο ερώτημα της αισθητικής: Όταν σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να γίνει τέχνη, τι είναι αυτό που κάνει κάτι άξιο να είναι τέχνη;
Αν δεν μπορούμε να απαντήσουμε χωρίς να επικαλεστούμε το όνομα του καλλιτέχνη, την αυθεντία του μουσείου, τον λόγο του κριτικού ή την ιστορική του θέση, τότε ίσως το πρόβλημα της μοντέρνας τέχνης δεν είναι ότι κατήργησε την τέχνη. Είναι ότι έκανε δυσκολότερο να ξεχωρίσουμε την τέχνη από την ερμηνεία της, και ιδίως από τις εκάστοτε κρατούσες κλίκες ερμηνευτών (και μάρκετινγκ).





