Ωδή στον Κώστα Μουρσελά

Νίκος Φωτόπουλος
30
Ωδή στον Κώστα Μουρσελά, Νίκος Φωτόπουλος

Γράφει ο Νίκος Φωτόπουλος  – 

Το περασμένο καλοκαίρι έφυγε από τη ζωή ο συγγραφέας Κώστας Μουρσελάς. Ένας σημαντικός δημιουργός που εκτός από την πεζογραφία υπηρέτησε με ουσιαστική αφοσίωση τη θεατρική γραφή, αφήνοντας μια σημαντική παρακαταθήκη ήθους, επαγγελματισμού αλλά και αξιοσύνης.

Δεν θα σταθώ σε έργα και κείμενα όπως το «Εκείνος και Εκείνος» ή το «Ώ τι κόσμος μπαμπά» ή το «Κλειστό λόγω μελαγχολίας» κι αυτό γιατί θεωρώ το σύνολο, το ύφος και το ήθος της γραφής του μια υψηλής αισθητικής αξίας πολιτισμική παρακαταθήκη που πρέπει να αποτιμηθεί ολιστικά. Για καθαρά προσωπικούς λόγους ωστόσο θα αναφερθώ στο «οριακό», κατά την ταπεινή μου γνώμη, έργο του, τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», όπως εγώ το βίωσα μέσα από την απόλαυση της ανάγνωσης στη δεκαετία του ‘90.

Το εν λόγω έργο εξαιτίας της μεταφοράς του στην τηλεόραση έδωσε στο δημιουργό μια σημαντική αναγνωρισιμότητα, αφού έγινε ιδιαίτερα γνωστός ακόμα και σε ανθρώπους που δεν θα πλησίαζαν εύκολα βιβλιοθήκες ή βιβλιοπωλεία. Το αναφέρω αυτό γιατί το παράδειγμα της συγκεκριμένης τηλεοπτικής μεταφοράς, όσο και αν ορισμένοι το αντιμετώπισαν με επιφύλαξη, έφερε το έργο του στο προσκήνιο και κυρίως σε επαφή με το ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα πολλοί να ανακαλύψουν μέσα στην πλοκή του ένα κομμάτι του εαυτού τους, ένα ίχνος αλήθειας από το δικά τους τραύματα.

Η ταύτιση αυτή υπήρξε για πολλούς διάχυτη και πολυεπίπεδη: στις πνοές των ερωτευμένων και στις αγωνίες των κατατρεγμένων, στα αδιέξοδα των ιδεολογικά ματαιωμένων, στον έκλυτο βίο των «μποέμ» της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60, στους συμβιβασμούς των μικροαστών, στα πάθη των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, στις ιστορίες της καθημερινής τρέλας…

Ο «συλλογικός» συγγραφέας

Ο Κώστας Μουρσελάς μέσα από το έργο του αυτό, λειτούργησε ως ο συλλογικός συγγραφέας μιας ολόκληρης γενιάς, ως το μάτι και το αυτί μιας κοινωνίας που έσερνε βαθιά μέσα της το τραύμα του εμφυλίου, τις διώξεις και τις ταλαιπωρίες των ηττημένων, τους καταναγκασμούς και τους συμβιβασμούς όλων των ειδών αποδίδοντας άλλοτε με λόγια κι άλλοτε με γνήσια λαϊκή διάθεση το κοινό αίσθημα ενός λαού που πάλευε να θυμηθεί και ταυτόχρονα να ξεχάσει.

Έρωτας και προδοσία, νοσηλεία των παθών μέσω του αλκοόλ αλλά και λαϊκών τραγουδιών, πληρωμένες αγκαλιές και ανεκπλήρωτοι πόθοι, φτώχεια και υπαρξιακή αγωνία για ανοδική κοινωνική κινητικότητα, ανίερες συμμαχίες και ηθικός αμοραλισμός είναι μερικές από τις σημαίνουσες σταθερές του συγγραφικού του σύμπαντος.

Τα στοιχεία αυτά στη θεώρηση του Μουρσελά διαμόρφωσαν με το δικό τους τρόπο το αμάλγαμα μιας εποχής που η υποκρισία των πολιτικών και η ανάδειξη της μετεμφυλιακής πελατειακής κουλτούρας κυριάρχησαν ως δεσπόζουσες δομές στην εδραίωση μιας καχεκτικής δημοκρατίας, μιας αδύναμης κοινωνίας των πολιτών, ενός κάλπικου και ψευδώνυμου νεοελληνικού ευδαιμονισμού.

Η «κοινωνικότητα» του ατομικού βιώματος

Ο Μουρσελάς με τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» μάς θύμισε μια Ελλάδα που όλοι είχαμε μέσα μας είτε με τη μορφή της απώθησης, είτε ως ενοχή, είτε ως νοσταλγία, είτε ως «αναμνηστική λήθη», όπως θα έλεγε με αφοπλιστική ποιητική ευθύτητα και ο Νίκος Καρούζος. Μας ώθησε ουσιαστικά να κοιτάξουμε στο συλλογικό καθρέφτη για να βρούμε ένα ίχνος από την εσώτερη αλήθεια μας, αφού, πράγματι, δεν ήταν λίγες οι φορές που ο αναγνώστης κατάφερνε να αναγνωρίσει το ατομικό του βίωμα μέσα στη δράση των ηρώων του συγγραφέα.

Με άλλα λόγια μας επαναεπιβεβαίωσε αυτό που στην κοινωνιολογία της λογοτεχνίας επικαλούμαστε ως «κοινωνικότητα» του ατομικού βιώματος δίνοντας συλλογική υπόσταση σε ατομικές εμπειρίες τις οποίες «εγωιστικά» προβάλλουμε ως μοναδικές και αρχέτυπες. Υπό την έννοια αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στη αποδυνάμωση τόσο της κυρίαρχης «ψευδούς συνείδησης» όσο και στην ενίσχυση της κοινωνικής μας αυτογνωσίας προτάσσοντας ευθέως την αλήθεια του αισθήματος.

Μια προσωπική εμπειρία

Στη μία και μοναδική -πολύωρη- συνάντηση που είχα την τύχη να πραγματοποιήσω μαζί του, στο σπίτι του στην Νέα Ερυθραία, ένα χειμωνιάτικο πρωί πριν από τέσσερα περίπου χρόνια μαζί με τον φίλο μου Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο, δεν θα ξεχάσω το πάθος και τον ενθουσιασμό του όταν πήρα το θάρρος να του διηγηθώ μια δική μου ιστορία, η οποία ήταν απόλυτα ίδια με κάτι που αυτός είχε περιγράψει στο εν λόγω έργο.

Για να είμαι ειλικρινής οι ιστορίες του Μουρσελά είχαν στοιχειώσει τα δικά μου βιώματα με συνέπεια να θεωρώ κάτι σαν προσωπική οφειλή να συναντηθώ μαζί του, για να τον ρωτήσω τη δική του αλήθεια, το «πώς» και το «γιατί» των δικών του ηρώων. Ήθελα πράγματι να μάθω απ’ τον ίδιο το πού αρχίζει ο μύθος και το πού τελειώνει η πραγματικότητα σε ένα δημιουργικό κείμενο και πώς γίνεται να έζησαν κάποιοι άλλοι πριν από μένα, αυτό που εγώ βίωσα ως δρων υποκείμενο σε εντελώς διαφορετικό κοινωνικό χώρο και ιστορικό χρόνο; Πώς γίνεται να είμαστε τόσο ίδιοι μέσα στη διαφορετικότητα των χαρακτήρων και των ανθρωπολογικών μας καταβολών;

Μου εξομολογήθηκε σχεδόν, πολύ τρυφερά, χαμηλόφωνα και ευγενικά, πως το αίνιγμα της δημιουργίας θα παραμένει άλυτο και για πάντα ανοικτό. Ειδικότερα, πως τα πάθη των ανθρώπων είναι αρχέγονα, καθώς παραμένουν ενεργά σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές και ότι ο αληθινός συγγραφέας οφείλει να έχει ανοικτούς λογαριασμούς με το χρόνο αλλά και με το ύφασμα από το οποίο οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι.

Είναι σαφές πως ο Κώστας Μουρσελάς άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στη μεταπολεμική λογοτεχνική σκηνή, αφού εξέφρασε με μοναδικό τρόπο την κοινωνική τοιχογραφία μιας εποχής αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Είναι βέβαιο πως δεν θα τον θυμόμαστε απλώς. Θα τον ζούμε σε κάθε σελίδα των κειμένων του, στη ρίζα της ουσίας των λόγων και των έργων του, έτσι που η δομική σχέση κοινωνίας και λογοτεχνίας να δικαιώνεται απόλυτα μέσα από το δικό του αισθαντικό παράδειγμα.