Ο απολογισμός της αμερικανικής οικονομίας στον ένα χρόνο Τραμπ
27/01/2026
Οι συνεχείς παρεμβάσεις του προέδρου Τραμπ στο πλανητικό γίγνεσθαι, μάλιστα με τον γνωστό επικοινωνιακό τρόπο – έχει προλάβει να επιτεθεί σε επτά χώρες από την ημέρα που επανήλθε στον Λευκό Οίκο, σύμφωνα με το Γράφημα 1 του Bloomberg, να απειλήσει με διάφορους τρόπους πολλές χώρες του κόσμου (μεταξύ των οποίων την ΕΕ, το Μεξικό, την Κολομβία, την Κούβα, το Καναδά, τη Γροιλανδία, τον Παναμά, αλλά και να καταπιεί τις απειλές του σε δυνάμεις όπως η Κίνα, και η Ρωσία) – έχουν αποσπάσει την προσοχή των παρατηρητών από τις επιδόσεις του (μέχρι σήμερα) αναφορικά με εγχώρια οικονομικά ζητήματα και την υποσχεθείσα αύξηση της ευημερίας του αμερικανικού λαού.
Ας δούμε την εξέλιξη σε ορισμένες βασικές οικονομικές μεταβλητές… Ένας από τους στόχους, ήταν η μείωση του ελλείμματος αγαθών και υπηρεσιών των διεθνών συναλλαγών των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία των The U.S. Census Bureau and the U.S. Bureau of Economic Analysis, οι εξελίξεις την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025 είναι οι ακόλουθες:
Παρά την τάση μείωσης, μέχρι σήμερα ,το συνολικό έλλειμμα των διεθνών συναλλαγών αγαθών και υπηρεσιών των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο, την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025, δηλαδή περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ, εξακολουθεί να είναι υψηλότερο της αντίστοιχης περιόδου 2024.
Η επιβολή δασμών σαφέστατα έχει βελτιώσει το εμπορικό έλλειμμα, αλλά αυτή η βελτίωση προέρχεται παραδόξως από τη μεγαλύτερη αύξηση του όγκου των αμερικανικών εξαγωγών, από τον αντίστοιχο όγκο των εισαγωγών. Προκειμένου να ερμηνεύσουμε αυτές τις εξελίξεις, χρειάζεται να μελετήσουμε και τις επιπτώσεις που η πολιτική των δασμών έχει σε σειρά άλλων σημαντικών μακροοικονομικών μεταβλητών και τις feed back αντιδράσεις που θα υπάρξουν, επί του ίδιου του ελλείμματος μεσοπρόθεσμα.
Ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε το 2,7% τον Δεκέμβριο 2025, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν 13.01.2026 από το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας. Τον αντίστοιχο μήνα του 2024 ήταν στο 2,9%. Τα νέα στοιχεία του δείκτη τιμών καταναλωτή (CPI) έδειξαν ότι ο πληθωρισμός παρέμεινε σταθερός τον Δεκέμβριο, σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα (Νοέμβριο 2025). Οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 0,7% σε μηνιαία βάση τον Δεκέμβριο και κατά 3,1% σε σχέση με τον τελευταίο χρόνο.
Υποστηρίζεται ότι οι δασμοί πιθανότατα αύξησαν τον πληθωρισμό κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα, λιγότερο από ό,τι ανέμεναν οι περισσότεροι οικονομολόγοι μετά την “Ημέρα Απελευθέρωσης”, καθώς οι εταιρείες εισαγωγής απορρόφησαν μεγάλο μέρος του επιπλέον κόστους, δεδομένου ότι και οι δασμολογικοί συντελεστές κατέληξαν να αυξηθούν λιγότερο από ό,τι είχε αρχικά ανακοινωθεί.
Η τελευταία έκθεση για τον πληθωρισμό έρχεται καθώς ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικάνοι αγωνίζονται να καθησυχάσουν τους ψηφοφόρους για τον χειρισμό της οικονομίας, μετά από ένα χρόνο έντονης αντίδρασης των ψηφοφόρων.
Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού του Δεκεμβρίου 2025, ύψους 2,7%, είναι ίσος με τον ρυθμό αύξησης των τιμών όταν εξελέγη ο Τραμπ, τον Νοέμβριο του 2024. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να παραμένει πολύ πάνω από τον στόχο της Fed για ετήσια αύξηση τιμών 2%, με την αύξηση του κόστους τροφίμων, ενέργειας και υπηρεσιών να τροφοδοτεί την αύξηση.
Εκτινάσσονται τα τιμολόγια ρεύματος
Ιδού η κατάσταση που αντιμετωπίζει κάθε νοικοκυριό, από τα περίπου 143 εκατομμύρια που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια στην Αμερική, με το μηνιαίο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος: Σε εθνικό επίπεδο, οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκαν κατά +6,7%, κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες της δεύτερης θητείας του Τραμπ – και αυτή ήταν απλώς η ίδια κατάσταση που έχει ξεκινήσει από τον Φεβρουάριο του 2020. Δηλαδή, η μέση αύξηση από τον Φεβρουάριο του 2020 ήταν επίσης 6,7% ετησίως, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρξε επιβράδυνση κατά το περασμένο έτος.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, ο ΔΤΚ (Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) για την ηλεκτρική ενέργεια αυξήθηκε κατά μόλις 1,1% ετησίως, μεταξύ Δεκεμβρίου 2012 και Φεβρουαρίου 2020, ένας χαμηλός ρυθμός αύξησης για τις βασικές οικιακές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Ωστόσο, λόγω της απότομης ανόδου από τον Φεβρουάριο 2020, ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος του Δεκεμβρίου 2025 για 143 εκατομμύρια νοικοκυριά, ήταν κατά μέσο όρο 40% υψηλότερος από ό,τι τον Φεβρουάριο του 2020.
Περιττό να πούμε ότι αυτό είναι το σημείο που απασχολεί περισσότερο τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Στην πραγματικότητα, όλα τα στρώματα που βρίσκονται ταξινομημένα ως μικρομεσαία και χαμηλά εισοδήματα ψήφισαν τον Νοέμβριο του 2024 τον Τραμπ για συγκεκριμένα μέτρα ανακούφισης από τον υψηλό σωρευτικό πληθωρισμό που απεικονίζεται από τον ΔΤΚ του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος – και όχι απλώς για μειωμένο ρυθμό αύξησης των τιμών, κάτι που και σε αυτήν την περίπτωση δεν συνέβη.
Τα στοιχεία αυτά προσφέρουν μια ισχυρή απάντηση στο γιατί το επιχείρημα του Τραμπ και της ομάδας του σχετικά με την επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του πληθωρισμού(το επιχείρημα της προσιτής τιμής) δεν βρίσκει απήχηση στο εκλογικό σώμα. Σε κάθε περίπτωση οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών παραμένουν επηρεασμένοι από τα υψηλά επίπεδα τιμών για τα καθημερινά αγαθά και υπηρεσίες, που έχουν ξεσπάσει από το 2020.
Κακή χρονιά και για την απασχόληση
Εκτός από τις εξελίξεις στον πληθωρισμό, το 2025 ήταν μια κακή χρονιά στην αύξηση των θέσεων απασχόλησης: Οι θέσεις εργασίας που παράχθηκαν ήταν 49.000 ανά μήνα (η χειρότερη επίδοση από το 2023). Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε επίσης από 4% τον Ιανουάριο του 2025 σε 4,5% στο τέλος του έτους, αν και εξακολουθεί να παραμένει χαμηλή σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα.
Εν μέσω πολιτικών της κυβέρνησης Τραμπ, όπως οι εκτεταμένοι δασμοί, η συνολική οικονομική εικόνα είναι αυτή μιας ήπιας αγοράς εργασίας με λιγότερες οικονομικές ευκαιρίες και περισσότερους οικονομικούς κινδύνους για τους εργαζόμενους. Το σημαντικό είναι ότι οι τομείς στους οποίους ο Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι η επιβολή δασμών θα βοηθούσε στην τόνωση της αύξησης της απασχόλησης – όπως η μεταποίηση, οι κατασκευές, η εξόρυξη και η υλοτομία – όλοι έχασαν ή μόλις και μετά βίας διατήρησαν τις θέσεις απασχόλησης.
Έτσι οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση μειώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025 κατά 8.000 θέσεις εργασίας και ο τομέας απασχολούσε 68.000 λιγότερα άτομα τον Δεκέμβριο του 2025 από ό,τι τον Δεκέμβριο του 2024. Επιπλέον, η απασχόληση στον κατασκευαστικό τομέα, η οποία αποτελεί έναν ακόμη δείκτη οικονομικών διακυμάνσεων, έχασε 11.000 θέσεις εργασίας τον Δεκέμβριο του 2025. Οι θέσεις απασχόλησης στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση μειώθηκαν κατά 274.000 τον Δεκέμβριο του 2025 από ό,τι ένα χρόνο νωρίτερα.
H κατάσταση των μισθών
Οι εργαζόμενοι έχουν χάσει τη διαπραγματευτική τους ισχύ και, ως εκ τούτου, βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση να διαπραγματευτούν υψηλότερους μισθούς, ή να αλλάξουν εργασία αναζητώντας υψηλότερους μισθούς . Οι μισθοί αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 0,3% τον Δεκέμβριο του 2025 και ήταν 3,8% υψηλότεροι από ό,τι πριν από ένα χρόνο. Αυτός ο ρυθμός αύξησης έχει επιβραδυνθεί ελαφρώς καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, ενώ ο πληθωρισμός αυξήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Ως αποτέλεσμα, οι μέσοι μισθοί, προσαρμοσμένοι στον πληθωρισμό, για τους εργαζόμενους που δεν έχουν θέση προϊσταμένου στην παραγωγή – δηλαδή τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων – τον Νοέμβριο του 2025, τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, ήταν μόνο 1,1% υψηλότεροι από ό,τι πριν από ένα χρόνο, μειωμένοι από τον μέγιστο 12μηνο ρυθμό αύξησης 1,9% τον Απρίλιο του 2025. Η απώλεια διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων σημαίνει λιγότερα χρήματα στα πορτοφόλια των ανθρώπων.
Το έργο που συμβόλιζε τη δημοσιονομική σύνεση (το DOGE με επικεφαλής τον Έλον Μασκ) τερματίστηκε πρόωρα, κατακλυσμένο από τη σύγκρουση για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Ο νόμος “One Big Beautiful Bill Act” στην πραγματικότητα έχει επικυρώσει ένα αυξανόμενο έλλειμμα και μια πορεία χρέους που είναι όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί. Τα έσοδα από τους δασμούς, αν και τριπλασιάστηκαν σε σύγκριση με το 2024, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις νέες δαπάνες που σχεδιάζει το OBBBA. Για αυτόν τον λόγο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές αποτιμούν την αποδυνάμωση του ρόλου του δολαρίου, καθώς και τη θέση των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ ως ασφαλών περιουσιακών στοιχείων.
Μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη του οικονομικού έτους (το οποίο ξεκίνησε την 1η Οκτωβρίου), η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει δαπανήσει περισσότερα από 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, το οποίο είναι το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο δαπανών για την περίοδο στην ιστορία – ακόμη και όταν προσαρμοστεί για τον πληθωρισμό. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει καταγράψει έλλειμμα 602 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό είναι το τρίτο υψηλότερο συνολικό έλλειμμα για την περίοδο στην ιστορία (προσαρμοσμένο για τον πληθωρισμό), το οποίο ξεπερνιέται μόνο από τις δαπάνες του πανικού της Covid και του τελευταίου έτους της θητείας του Μπάιντεν.
Ορισμένα θετικά δείγματα
Υπάρχουν όμως πλευρές της οικονομίας που τα αποτελέσματα «αξιολογούνται ως θετικά». Συγκεκριμένα το ΑΕΠ αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 4,3% κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025, εκπλήσσοντας τους οικονομολόγους που περίμεναν ένα μεγαλύτερο πλήγμα από τους δασμούς του Τραμπ. Επίσης η χρηματιστηριακή αγορά έσπασε ιστορικά υψηλά, καθώς η άνθηση των επενδύσεων στο τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) βοήθησε στην τόνωση της οικονομίας.
Ενώ η μεταποιητική δραστηριότητα παραμένει υποτονική, οι επενδύσεις στην πληροφορική ως ποσοστό του αμερικανικού οικονομικού προϊόντος έχουν εκτοξευθεί στο υψηλότερο επίπεδο από το 2001, παρέχοντας σημαντική ώθηση στις συνολικές επιχειρηματικές επενδύσεις και δραστηριότητα. Το θέμα είναι ότι τα δύο αυτά μεγέθη συναρτώνται εμφανώς μεταξύ τους και δεδομένου ότι υπάρχει ο εμφανής κίνδυνος να προσγειωθεί απότομα η χρηματιστηριακή αγορά της Τεχνικής Νοημοσύνης θα επηρεασθεί αναλογικά και η μεγέθυνση του ΑΕΠ και φυσικά γενικότερα η οικονομία.
Βεβαίως ο Τραμπ κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να μην έρθει αυτή η στιγμή ή και να καθυστερήσει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, και μέσω της αύξησης των αμυντικών δαπανών﮲ μάλιστα μετά την αύξηση του 2026 επιθυμεί οι συνολικές αμυντικές δαπάνες να ανέλθουν στο απίστευτο ύψος του 1,5 τριςσ. δολάρια στον προϋπολογισμό του 2027 υπερβαίνοντας τις αντίστοιχες του 2026 κατά 500 δισ. $.
Επιπλέον, τα επιτόκια στεγαστικών δανείων μειώθηκαν κάτω από το 6% για πρώτη φορά εδώ και χρόνια στις αρχές του 2026. Αυτή η εξέλιξη ήρθε μετά την «γενική εντολή» του Τραμπ σε μη ονομαζόμενους «εκπροσώπους», να αγοράσουν 200 δισεκατομμύρια δολάρια σε τίτλους που υποστηρίζονται από στεγαστικά δάνεια, κάτι που προφανώς βραχυπρόθεσμα έχει μειωτική επίδραση στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων.
Και εδώ με τον πληθωρισμό να διατηρείται σε επίπεδα κοντά στο 3,0% γίνεται αντιληπτό ότι και τα επιτόκια θα κινηθούν αναλόγως. Βέβαια εδώ έχουμε την εκλογή νέου προέδρου της Fed, ο οποίος θα αναλάβει καθήκοντα τον ερχόμενο Μάιο και σύμφωνα με τα δεδομένα πιθανότατα θα είναι μερικά βήματα πιο κοντά στον Τραμπ από ό,τι είναι ο σημερινός Πρόεδρος Jerome Powell. Το πως θα κινηθεί η Fed υπό τη νέα ηγεσία και τους νέους συσχετισμούς τόσο στο Fed Board ( Διοικητικό Συμβούλιο) όσο και στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς είναι από τα ζητούμενα.
Δεν αποδίδει η οικονομία επί Τραμπ…
Προφανώς η ασκούμενη οικονομική πολιτική του Τραμπ δεν αποδίδει τα προεκλογικά υποσχεθέντα προς τους ψηφοφόρους του και τον αμερικανικό λαό γενικότερα. Μάλιστα μελέτες δείχνουν ότι, εκτός από τα όσα έχουν αναφερθεί παραπάνω, η κατάσταση χειροτερεύει σε πολλούς τομείς για τους εργαζόμενους – διαβρώνονται οι μισθοί των εργαζομένων και η οικονομική ασφάλεια τους, μειώνεται η δημιουργία θέσεων εργασίας, εξασθενούν τα δικαιώματα των εργαζομένων, προωθείται η αυθαίρετη συμπεριφορά και η εκμετάλλευση από τους εργοδότες, προωθείται η μη αποτελεσματική διοίκηση…
Το γεγονός και μόνο ότι ανθεί το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης στηριζόμενο στις σωρευτικές επενδύσεις στην Τεχνική Νοημοσύνη η οποία στις ΗΠΑ επικεντρώνεται στην υπερυπολογιστική ισχύ και στα “Μεγάλα Μοντέλα” στο πλαίσιο της επιδίωξης της Τεχνητής Γενικής Νοημοσύνης (AGI) και της Τεχνητής Υπερνοημοσύνης (ASI), σε αντίθεση με την Κίνα που υιοθέτησε μια πιο πρακτική προσέγγιση, χρησιμοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη για την επίλυση πραγματικών προβλημάτων στην ανάπτυξη, δείχνει με σαφήνεια τον μεγάλο κίνδυνο που εμπεριέχουν οι συγκεκριμένες επενδύσεις, αλλά και το ότι η επιδιωκόμενη ωφέλεια, σε περίπτωση επιτυχίας, αφορά τους ολίγους επιχειρηματίες και τα σχέδιά τους και όχι την γενικότερη ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος των πολλών.





