ΓΝΩΜΗ

Η Κύπρος, το γεωστρατηγικό momentum και το ευρωπαϊκό κεκτημένο

Η Κύπρος, το γεωστρατηγικό momentum και το ευρωπαϊκό κεκτημένο
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ/STR

Η νέα υπό διαμόρφωση τάξη πραγμάτων και οι πρωτόγνωρες εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα, ειδικότερα όμως στην Ευρώπη, με την περίπτωση της Γροιλανδίας που ανήκει στη Δανία, δεν είναι όμως έδαφος της ΕΕ και τη συνεχιζόμενη σύρραξη στην Ουκρανία, καθώς και οι πρόσφατες μνήμες από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα – που αξιολογούνται από τη διεθνή δικαιοταξία – όπως και ο κίνδυνος επαπειλούμενης σύρραξης με το Ιράν, αναδεικνύουν τη σημασία της Κύπρου από γεωπολιτική και γεωστρατηγική άποψη.

Η σημασία αυτή τονίζεται ακόμη περισσότερο με τη συμμετοχή της Κύπρου στο πρόγραμμα SAFE – Security Action for Europe – το νέο μεγάλο πρόγραμμα για την άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης, που ενδυναμώνει τον αμυντικό της βραχίονα. Ενισχύεται επίσης από το ενδιαφέρον και την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω Ιράν, το ρόλο των βάσεων του Ηνωμένου Βασίλειου στην Κύπρο και τη στενότερη συνεργασία σε αμυντικά θέματα Ελλάδος, Ισραήλ και Κύπρου.

Η Κύπρος καθίσταται, από γεωστρατηγικής άποψης, η σημαντικότερη έπαλξη και προπύργιο του δυτικού κόσμου, της ΕΕ και έμμεσα του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, αλλά και του Ισραήλ στην ανατολική Μεσόγειο. Διαμορφώνεται έτσι momentum υπέρ της Κύπρου, που πρέπει να αξιοποιηθεί πολλαπλά προς όφελός της, με κύριο στόχο την ευνοϊκή επίλυση του Κυπριακού και την εφαρμογή του ευρωενωσιακού κεκτημένου στο σύνολο του νησιού.

Οι ευθύνες της Τουρκίας

Η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε στην ΕΕ το 2004 με την Πράξη Προσχωρήσεως (ΠΠ) του 2003, ως ενιαίο, κυρίαρχο κράτος. Ωστόσο, το Πρωτόκολλο αριθ.10, που προσαρτάται στην ΠΠ, ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι «Η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου αναστέλλεται στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου η κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο». Συνακόλουθα, αναγνωρίζεται ότι ολόκληρη η Κύπρος είναι έδαφος της ΕΕ, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου μόνο στις περιοχές που δεν τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης.

Είναι προφανές ότι το γράμμα της διάταξης δεν αναφέρεται στις αγγλικές βάσεις, που δεν αποτελούν έδαφος της Κύπρου και οι οποίες διέπονται από το Πρωτόκολλο αριθ. 3. Από τη διατύπωση του Πρωτοκόλλου αριθ. 10 προκύπτει ότι η αναστολή είναι προσωρινή, έως τη “διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος” (βλ. άρθρο 4), μέχρι δηλαδή την επίλυση του Κυπριακού. Το άρθρο 4 αναφέρεται στην “τουρκοκυπριακή κοινότητα” και παραπέμπει έτσι σιωπηρά στα κατεχόμενα, στο βόρειο τμήμα του νησιού, το οποίο δεν ελέγχει η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διατύπωση του Πρωτοκόλλου είναι σιβυλλική. Διερωτάται κανείς πως οι Κύπριοι διαπραγματευτές – υπό την καθοδήγηση και της Ελλάδος (Κρανιδιώτης γαρ) – δεν επεδίωξαν μια πιο σαφή διατύπωση, που να κατονομάζει την Τουρκία ως δύναμη κατοχής, να καταδικάζει τη στρατιωτική εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή και παρουσία τουρκικών στρατευμάτων ή τουλάχιστον να παραπέμπει στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και στο διεθνές δίκαιο.

Προφανώς η διατύπωση ήταν αποτέλεσμα πολιτικονομικού συμβιβασμού, αφού στόχος ήταν η ταχύτερη δυνατή, απρόσκοπτη ένταξη, στη λογική “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”. Πράγματι, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ήταν το σημαντικότερο γεγονός μετά την ανακήρυξή της στις 16 Αυγούστου 1960 σε ανεξάρτητο κράτος. Μια σωτηρία εξέλιξη! Με το Πρωτόκολλο αριθ.10, η ΕΕ προτίμησε μια “λύση Πόντιου Πιλάτου”, η οποία δεν έλυσε το πολιτικό πρόβλημα, κατέληξε όμως σε μια νομική διατύπωση, που δεν συνεπάγεται από πλευράς της ανάληψη ρόλου επιβολής λύσης.

Το status quo 

Οι υπέρμαχοι της συμβιβαστικής διατύπωσης ισχυρίζονται ότι το Πρωτόκολλο είναι “όσο σαφές χρειαζόταν νομικά” και “όσο ασαφές χρειαζόταν πολιτικά”, ώστε η Κύπρος να ενταχθεί στο σύνολό της στην ΕΕ χωρίς να κλείσει ή να προκαθορίσει – βεβιασμένα – τη λύση του Κυπριακού. Το Πρωτόκολλο έπρεπε να διευκολύνει την ένταξη χωρίς λύση, αλλά να μπορεί να προσαρμοστεί αν προκύψει λύση.

Άλλωστε, το 2003 υπήρχε προσδοκία για λύση λόγω του σχεδίου Ανάν. Τα πλεονεκτήματα της – κατά την κοντόφθαλμη αντίληψη των συντακτών της – ήταν ότι η Κύπρος προσχώρησε στο σύνολο της στην ΕΕ που αναγνώρισε την Κυπριακή Δημοκρατία ως το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, με προσωρινή αναστολή του κεκτημένου στα κατεχόμενα, που όμως θεωρούνται έδαφος της ΕΕ.

Δεν αναγνωρίζει καμία άλλη οντότητα, η Πράσινη Γραμμή θεωρείται ως εσωτερική διαχωριστική γραμμή, όχι ως εξωτερικό σύνορο της ΕΕ – έστω και προσωρινό. Οι Τουρκοκύπριοι παραμένουν πολίτες της ΕΕ και ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν πλήρη δικαιώματα, ακόμη και αν ζουν στο βόρειο τμήμα. Η ΕΕ άφησε ανοικτή την προοπτική λύσης με τη διατύπωση ότι αν επιτευχθεί πολιτική λύση, το Συμβούλιο της ΕΕ «αποφασίζοντας ομόφωνα κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, αποφασίζει για τις αναγκαίες προσαρμογές των όρων προσχώρησης της Κύπρου στην Ένωση όσον αφορά την τουρκοκυπριακή κοινότητα».

Τα θετικά και αρνητικά του Πρωτοκόλλου για την Κύπρο

Μια διαφορετική ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι με πρωτοβουλία της ΕΕ θα μπορούσαν να γίνουν εκ των προτέρων οι απαραίτητες προσαρμογές υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητας, που θα οδηγούσαν ή θα διευκόλυναν την επίλυση του Κυπριακού. Τα προαναφερόμενα πιστώνονται στα θετικά του Πρωτοκόλλου, ενώ στα αρνητικά θα μπορούσε κανείς να σημειώσει τα εξής: παρότι το Κυπριακό είναι αποτέλεσμα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, το Πρωτόκολλο δεν κατονομάζει την Τουρκία ούτε καν αναφέρεται στην παράνομη κατάσταση πραγμάτων, που δημιουργήθηκε και που αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Μετατρέπει ένα διεθνές ζήτημα παραβίασης κυριαρχίας σε τεχνικό πρόβλημα εφαρμογής του κεκτημένου, με συνέπεια την αποπολιτικοποίηση σε μεγάλο βαθμό του ζητήματος εντός ΕΕ, αφού δεν προβλέπεται χρονοδιάγραμμα επίλυσης και μηχανισμός συμμόρφωσης ή κυρώσεων για την άρση της παρανομίας, ενώ δεν συνδέεται η άρση της αναστολής με αποχώρηση στρατευμάτων ή τερματισμό της κατοχής, που θα επέτρεπε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα να εκφραστεί ελεύθερα και να “καθίσει αυτοτελώς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων”.

Έτσι, η Τουρκία από μέρος του προβλήματος εμφανίζεται ως εξωτερικός παρατηρητής και έμμεσα και ως μέρος της λύσης. Μετακυλίεται έτσι όλο το βάρος στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ είναι προφανές ότι χωρίς την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας, που ελέγχει πλήρως την τουρκοκυπριακή κοινότητα, λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι παραπάνω διαπιστώσεις επιτρέπουν τη διαιώνιση της αναστολής και μια “κανονικοποίηση” της de facto διχοτόμησης, που φεύ προσφέρει επιχειρήματα στην Τουρκία υπέρ της ύπαρξης δύο κρατικών οντοτήτων.

Προφανώς, αν οι συντάκτες του Πρωτοκόλλου μπορούσαν να προβλέψουν την εξέλιξη των πραγμάτων, θα είχαν προτιμήσει μια διαφορετική, πιο θαρραλέα διατύπωση, που θα συνέβαλε μέσω πρωτοβουλιών της ΕΕ στην επίλυση του Κυπριακού, σε συνδυασμό με αιρεσιμότητες συνδεδεμένες με τη συμφωνία σύνδεσης, την τελωνειακή ένωση και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αλλά και τις εν γένει σχέσεις της με την ΕΕ.


 

Ο Γιώργος Κρεμλής είναι Member of the Board of Directors, Director of the Circular Economy & Climate Institute Ambassador to Bulgaria. Η ομιλία του στην διημερίδα της Λευκωσίας θα δημοσιευθεί στα Τετράδια Διεθνούς Δικαίου. Εκφράζει προσωπικές απόψεις.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx