ΘΕΜΑ

Πως ο βρετανικός “καπιταλισμός των ευγενών” έφτιαξε αυτοκρατορία

Πως ο βρετανικός "καπιταλισμός των ευγενών" (Lobbies 0 έφτιαξε αυτοκρατορία, Γεώργιος Σκλαβούνος

Από τον Καπιταλισμό του χθες στον καπιταλισμό του σήμερα. Το Lobby του οπίου και το Lobby της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Η Διαπλοκή τους, η σχέση τους με το Βρετανικό Στέμμα και την Τράπεζα της Αγγλίας.

Ο όρος “gentlemanly capitalism” εισήχθη  στην παγκόσμια οικονομική ορολογία και βιβλιογραφία από τους οικονομικούς ιστορικούς P.J. Cain και A.G. Hopkins, ως ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση της βρετανικής ιμπεριαλιστικής επέκτασης από τον 17ο αιώνα και μετά. (Cain & Hopkins, 1986, σ. 501-525). Σύμφωνα με τους Cain και Hopkins, ο “gentlemanly capitalism” αναφέρεται σε ένα σύμπλεγμα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας που κυριαρχείται από μια Ελίτ που συνδυάζει:  Την παραδοσιακή “αριστοκρατία της γης”, με τα  συμφέροντα (lobbies) του χρηματοπιστωτικού και εμπορικού κεφαλαίου του “City of London”. 

Αυτή η ελίτ, αποτελούμενη από “gentlemen capitalists” – τραπεζίτες, εμπόρους και γαιοκτήμονες με κοινή, αριστοκρατική, κοινωνική προέλευση και εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια ηγεσίας (π.χ. Eton και Oxford), – μετέτρεψε το  τεράστιο αποικιακό κεφάλαιο σε δημόσιο χρέος, (εκτεταμένη αγορά κρατικών ομολόγων) μετατρέποντας την οικονομική της ισχύ και σε πολιτική ισχύ, επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας την διαμόρφωση και εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της. (Cain & Hopkins, 1987, σ. 1-26).

Η θεωρία αυτή πρωτοεμφανίστηκε σε άρθρα στην Economic History Review (1986-1987) και αναπτύχθηκε πλήρως στο δίτομο έργο British Imperialism (Cain & Hopkins, 1993). Το συγκεκριμένο έργο υποστηρίζει ότι η βρετανική αυτοκρατορία δεν ήταν καρπός “μόνον” της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά, κυρίως, της οργανωμένης και μεθοδικής  δράσης αυτής της “χρηματοπιστωτικής ελίτ”, η οποία χρησιμοποιούσε αποτελεσματικά “lobbies” για να επηρεάζει κρατικές αποφάσεις. (Cain & Hopkins, 1993, σ. 450-455).

Δύο από τα πιο χαρακτηριστικά lobbies αυτού του συστήματος ήταν το “lobby του οπίου” και το “lobby της East India Company (EIC)”. Αυτά τα lobbies όχι μόνο συνέβαλαν στην οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας, αλλά και διαμόρφωσαν την εξωτερική της πολιτική, όπως φαίνεται στους Πολέμους του Οπίου (1839-1842 και 1856-1860). Στο πλαίσιο αυτό, το αποικιακό κεφάλαιο μετεξελίχθηκε σε διαμορφωτή της οικονομικής αλλά και της εξωτερικής  πολιτικής επηρεάζοντας τις αποφάσεις του Στέμματος και της Τράπεζας της Αγγλίας. Ας εξετάσουμε τη συγκρότηση αυτών των lobbies, την αλληλεξάρτησή τους και τη σχέση τους με το Στέμμα και την Τράπεζα της Αγγλίας.

Ανιχνεύοντας την  Συγκρότηση των Δύο Lobbies

Ο Palmerston (1784-1865) ηγήθηκε του κόμματος του πολέμου “pro-war camp” στον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου (1839-1842), πιέζοντας για στρατιωτική δράση, μετά τις  κατασχέσεις οπίου από τις κινέζικες αρχές στα 1838. Όπως από πολλές πλευρές τεκμηριώνεται, συναντήθηκε με την ηγετική μορφή του Lobby του οπίου, William Jardine, και αποδέχτηκε τις εισηγήσεις  για στρατιωτική παρέμβαση (αποκλεισμό  λιμανιών, απαίτηση αποζημιώσεων). Το γνωστό ως  “Jardine Paper”, υπόμνημα  του William Jardine, επηρέασε τις κυβερνητικές εντολές (Wikipedia “First Opium War”, 2025; Grace Fox, British Admirals and Chinese Pirates, 1940).

Το Lobby συγκροτήθηκε στην περίοδο 1820-1830, όταν το όπιο έγινε η κύρια εξαγωγή της Βρετανίας προς την Κίνα, αντισταθμίζοντας το εμπορικό έλλειμμα από εισαγωγές τσαγιού, μεταξιού, πορσελάνης. Οι Βρετανοί έμποροι οργανώθηκαν σε ενώσεις όπως η Canton Chamber of Commerce, πιέζοντας το Κοινοβούλιο για προστασία των συμφερόντων τους, ιδιαίτερα μετά τις κινεζικές κατασχέσεις οπίου το 1839, που οδήγησαν στον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου (Cain & Hopkins, British Imperialism, 1993, σ. 302-305).

Αρκεί να επισημάνουμε ότι η βρετανική εταιρεία “Jardine” (από το όνομα του ιδρυτού της William Jardine) παραμένει οικονομικός κολοσσός στον Χογκ και την Ασιατική Οικονομία (βλ, Οικονομικος Ταχυδρόμος 8/2/2022). Από την άλλη πλευρά, το lobby της East India Company (EIC) ήταν η ίδια η EIC, ένα ημι-κρατικό μονοπώλιο που λειτουργούσε και ως  λόμπι για τα συμφέροντα των μετόχων και διευθυντών της.

 Η EIC, ιδρυθείσα το 1600, είχε 24 διευθυντές (Court of Directors) εκλεγμένους από μετόχους, πολλοί από τους οποίους ήταν αριστοκράτες και έμποροι του City. Το lobby αυτό πίεζε για επέκταση της βρετανικής παρουσίας στην Ινδία και την Κίνα, ελέγχοντας το 80% του οπίου στην Ινδία μέχρι το 1833, όταν έχασε το μονοπώλιό της.

Οι διευθυντές της E.Ι.C. όπως ο Sir James Weir Hogg (1839-1858) και ο Henry James Prescott (1849-1851), ήταν συχνά μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου αλλά και του Συμβουλίου του Στέμματος (Privy Counci), χρησιμοποιώντας τις πολιτικές σχέσεις για να προωθούν εμπορικά συμφέροντα (Cain & Hopkins, British Imperialism, 1993, σ. 320-325). Η συγκρότηση του lobby βασιζόταν σε δίκτυα αριστοκρατίας, με στόχο την προστασία των αποικιακών κερδών μέσω κυβερνητικής υποστήριξης.

Αλληλεξάρτηση των Lobbies

Από τον κρατικό αποικιακό καπιταλισμό στην ιδιωτικοποιημένη αποικιοκρατία υπό την  κληρονομική οικογενειοκρατούμενη Ελίτ. Η θεσμική και λειτουργική μετάβαση από την East India Company στη Jardine Matheson: Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (East India Company, EIC), ιδρυθείσα το 1600, υπήρξε η πιο ανεπτυγμένη μορφή αυτού που ο Βρετανός ιστορικός Philip J. Stern έχει ορίσει ως corporate sovereignty, δηλαδή, μια αυτόνομη εμπορική εταιρεία που ασκούσε κρατικής μορφής κυριαρχικές λειτουργίες, κατ’ εξουσιοδότηση του κράτους (The Company-State, Oxford University Press, 2011///Τhe Corporations that Made the British Empire)). Η EIC συνδύαζε εμπορικό μονοπώλιο, στρατιωτική ισχύ, εδαφική διοίκηση και φορολογική εξουσία, συγκροτώντας ένα υβριδικό μόρφωμα που δεν ανήκε πλήρως ούτε στο κράτος ούτε στην αγορά.

Κατά τον 18ο αιώνα, αυτό το μοντέλο αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικό για την αρχική φάση της βρετανικής αποικιοκρατικής επέκτασης, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσε σοβαρά πολιτικά και διοικητικά προβλήματα. Όπως αναλύει ο C.A. Bayly στο “Imperial Meridian” (The British Empire and the World 1780-1830/Longman, 1989), η συσσώρευση εξουσίας στην EIC παρήγαγε υψηλό διοικητικό κόστος, κρίσεις νομιμοποίησης και αυξανόμενη πολιτική δυσπιστία στο εσωτερικό της Βρετανίας. Η εταιρεία μετατράπηκε σταδιακά από εργαλείο επέκτασης σε θεσμικό βάρος. Στην διεθνή κριτική της  Βρετανικής πολιτικής γενικά και της κυβέρνησης  Palmestron έχει λάβει μέρος και ο Μαρξ με εκτεταμένη δημοσιογραφία στην Αμερικανική “New York Daily Tribune”.

 Η Μετάλλαξη της μορφής και των εργαλείων της Βρετανικής αποικιοκρατίας πρόεκυπτε αναγκαία. Η κρίσιμη καμπή για την EIC, βραχίωνα της  Βρετανικής αποικιοκρατίας, ήρθε με τη νομοθετική κατάργηση του εμπορικού μονοπωλίου της στην Ινδία με το διάταγμα “Charter Act” του 1813, ενώ  με το Charter Act του 1833 κατήργησε και το μονοπώλιο της ΕΙC στο εμπόριο με την Κίνα.

Βελτίωση μέσων & μεθόδων, όχι αλλαγή σκοπών  

Όπως επισημαίνει ο H.V. Bowen στο “The Business of Empire” (Cambridge University Press, 2006), η Mεγάλη Βρετανία με τα διατάγματα αυτά και την κατάργηση του μονοπωλίου της EIC, δεν εγκατέλειψε την αποικιοκρατική αυτοκρατορική της στρατηγική, απλώς αναδιοργάνωνε τον τρόπο άσκησής της, μετατοπίζοντας το βάρος από την κρατικόμορφη διοίκηση στην κρατικά προστατευόμενη ιδιωτική πρωτοβουλία, στην αγορά.

Ακριβώς σε αυτή τη συγκυρία εμφανίζεται η Jardine Matheson (1832). Η ίδρυσή της δεν αποτελεί ούτε ιστορική σύμπτωση ούτε ιστορική τομή στην αποικιοκρατία αλλά, όπως δείχνει ο John Darwin στο “The Empire Project” αποτελεί μέρος  μιας ευρύτερης μετάβασης προς έναν αποκρατικοποιημένο, ανεπίσημο, ιμπεριαλισμό. 

Στο νέο αυτό μοντέλο, το κράτος δεν κυβερνά άμεσα τα αποικιακά εδάφη, αλλά διασφαλίζει τον έλεγχο και την εκμετάλλευσή τους μέσω ναυτικής ισχύος, διπλωματικού εξαναγκασμού, και ελεύθερης λειτουργίας ιδιωτικών εμπορικών δικτύων.

Η “Jardine Matheson” δεν διέθετε καμία θεσμική κρατική αρμοδιότητα. Ωστόσο, όπως τεκμηριώνει ο Jonathan Spence στο “The Search for Modern China” (W.W. Norton, 1990), λειτούργησε ως βασικός φορέας βρετανικής οικονομικής διείσδυσης στην Κίνα, ιδίως μέσω του εμπορίου οπίου. Η εταιρεία άσκησε έντονη πολιτική πίεση προς το Λονδίνο υπέρ της στρατιωτικής επέμβασης, γεγονός που οδήγησε στους Πολέμους του Οπίου και στη θεσμική κατοχύρωση των λεγόμενων “συνθηκών του ελεύθερου εμπορίου”.

Η οργανική σχέση “EIC” και “Jardine Matheson” δεν υπήρξε θεσμική αλλά προσωπική και δικτυακή. Ο William Jardine, συνιδρυτής της εταιρείας, είχε προηγουμένως υπηρετήσει ως ιατρός-χειρουργός της EIC, ενώ, όπως αναλύει ο Alain Le Pichon στο “China Trade and Empire” (Oxford University Press, 2006), μεγάλος αριθμός πρώην υπαλλήλων, πρακτόρων και πλοιάρχων της EIC απορροφήθηκε από τις νέες ιδιωτικές εμπορικές εταιρείες της Ανατολικής Ασίας. Το ανθρώπινο και οργανωτικό κεφάλαιο της αυτοκρατορίας δεν αποστρατεύτηκε, δεν ιδιώτευσε, δεν τέθηκε σε αχρηστία, τέθηκε υπό νέα σημαία εργοδότη, ιδιωτικοποιήθηκε.

Ο έλεγχος του δημοσίου χρέους 

Η μετάβαση από την East India Company στη Jardine Matheson και  μερικές ακόμα ιδιωτικές εταιρίες  αποκαλύπτει, όχι μια παρακμή της βρετανικής  αποικιακής ισχύος αλλά έναν δομικό μετασχηματισμό της. Όπως συνοψίζει ο Cain και Hopkins στο “British Imperialism, 1688–2000″ (Longman, 2001), το βρετανικό κράτος περιόρισε την άμεση διοικητική του εμπλοκή, διατηρώντας όμως τον έλεγχο των διεθνών δικτύων και συνθηκών συσσώρευσης κερδών και κεφαλαίων.

Η αποικιοκρατία δεν καταργήθηκε· μετασχηματίστηκε σε ιδιωτικοποιημένο σύστημα οικονομικής κυριαρχίας, με πολύ χαμηλότερο διοικητικό και πολιτικό κόστος αλλά με  μεγαλύτερη ευελιξία. 

Tο πέρασμα από τον κρατικό αποικιακό καπιταλισμό της EIC, στον ιδιωτικοποιημένο αποικιακό καπιταλισμό υπό κρατική προστασία οδήγησε στη  μετατροπή της αποικιακής κερδοφορίας (μέσω κρατικών ομολόγων και χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, σε έλεγχο του δημόσιου χρέους. Τα κέρδη της αποικιοκρατίας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο κοινωνικό–κληρονομικό κύκλο της Βρετανικής Ελίτ. Αυτόν τον κύκλο, η ιστοριογραφία ονομάζει gentlemanly capitalism..Αυτός ο κύκλος διατήρησε την ισχύ του όχι, με τη μορφή συνωμοτικής συνέχειας, αλλά  με τη μορφή δομικής, θεσμικής και οικογενειακής αναπαραγωγής της κατοχής  ισχύος.

Η Σχέση με το Στέμμα και την Τράπεζα της Αγγλίας

Η σχέση των lobbies με το Στέμμα και την Τράπεζα της Αγγλίας ήταν θεσμική και αλληλοεξαρτώμενη, καθώς το αποικιακό κεφάλαιο χρηματοδοτούσε το δημόσιο χρέος και επηρέαζε πολιτικές αποφάσεις. Το Στέμμα, μέσω του Συμβουλίου του Στέμματος (Privy Council), και η Τράπεζα της Αγγλίας (Bank of England) ήταν “κεντρικά όργανα στα χέρια” του gentlemanly capitalism, όπου διευθυντές της EIC και έμποροι οπίου είχαν άμεση πρόσβαση.

Για παράδειγμα, το 1839, το lobby του οπίου, πίεσε το Στέμμα για στρατιωτική επέμβαση, με διευθυντές EIC, όπως ο James Weir Hogg, να είναι μέλη του Privy Council και να επηρεάζουν την έκδοση εκτελεστικών διαταγμάτων του Συμβουλίου του Στέμματος (Orders in Council).  Διαταγματάτων που εκδίδονταν από το Privy Council στο όνομα του μονάρχη, με νομική ισχύ, χωρίς να απαιτείται πάντα έγκριση Κοινοβουλίου. (Orders in Council για πολεμικές πιστώσεις (Cain & Hopkins, British Imperialism, 1993, σ. 320-325).

Η Τράπεζα της Αγγλίας, ιδρυθείσα το 1694, χρηματοδοτούσε το Δημόσιο χρέος από αποικιακά κέρδη, με διευθυντές όπως ο Bonamy Dobrée να είναι και μέλη της EIC (Broz & Grossman, Explorations in Economic History, 2004, σ. 55-60). Με αυτόν τον τρόπο, τα Κέρδη της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, τα κέρδη από το εμπόριο του οπίου, του δουλεμπορίου κλπ κλπ, γίνονται  καταθέσεις στην Τράπεζα της Αγγλίας. Το Στέμμα, μέσω του Privy Council, εξέδιδε διατάγματα για εμπορική προστασία, ενώ το lobby του οπίου πίεζε για κρατικά δάνεια από την Τράπεζα για πολεμικές δαπάνες (Ingham, Capitalism Divided?, 1984, σ. 130-135). 

Με αυτόν τον τρόπο η χρηματοδότηση του κράτους από την Τράπεζα της Αγγλίας απέβαινε  χρυσοφόρος για το Lobby του οπίου και την εταιρεία των ανατολικών Ινδιών (Ε.Ι.C). Αυτή η σχέση επέτρεψε στα lobbies να διαμορφώνουν και την εξωτερική πολιτική, όπως στους Πολέμους του Οπίου, όπου το κεφάλαιο από όπιο κάλυπτε το 20% του βρετανικού εμπορικού ισοζυγίου (Dumett, Gentlemanly Capitalism and British Imperialism, 1999, σ. 50-55).

Συμπερασματικά για τα Lobbies

Το κεφάλαιο των lobbies του “καπιταλισμού των  ευγενών- gentlemanly capitalism” αξιοποίησε τα αποικιακά κέρδη, τα κέρδη από το εμπόριο του οπίου, για να καταστεί “ιδιοκτήτης” του δημοσίου χρέους, αποκτώντας έτσι πολιτική ισχύ και δυνατότητα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας. 

Τα lobbies του οπίου και της  Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών EIC, αλληλοεξαρτώμενα, χρησιμοποιούσαν δίκτυα της Βρετανικής Ελίτ για να επηρεάζουν το Στέμμα και την Τράπεζα της Αγγλίας, όπως αποδεικνύεται από την υποστήριξη των Πολέμων του Οπίου. Αυτή η δομή όχι μόνο ενίσχυσε την αυτοκρατορία, αλλά και δημιούργησε ένα μοντέλο οικονομικής κυριαρχίας που διαμόρφωσε τον 19ο αιώνα. (Cain & Hopkins, British Imperialism, 1993, σ. 450-455), και το ηθικό υπόβαθρο των διεθνών σχέσεων αυτού του αιώνα.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

“Στο νέο αυτό μοντέλο, το κράτος δεν κυβερνά άμεσα τα αποικιακά εδάφη, αλλά διασφαλίζει τον έλεγχο και την εκμετάλλευσή τους μέσω ναυτικής ισχύος, διπλωματικού εξαναγκασμού, και ελεύθερης λειτουργίας ιδιωτικών εμπορικών δικτύων.’ – Ακριβώς όπως κάνουν οι ΗΠΑ σήμερα.

1
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx