Ο φετιχισμός για τα drones
05/07/2026
Στη δεκαετία του 1880 ο πόλεμος στην θάλασσα άλλαζε καταιγιστικά μορφή. Ο ατμός είχε πλέον επικρατήσει απόλυτα σε βάρος των ιστίων ως κινητήρια δύναμη των πλοίων με μόνο μειονέκτημα τον δραματικό περιορισμό της αυτονομίας των πολεμικών πλοίων. Το ξύλο, ως υλικό κατασκευής, είχε αντικατασταθεί από τον χάλυβα – με μία μικρή παρεκβολή του σιδήρου.
Τα πλοία έγιναν πιο σταθερά με το νέο υλικό και προπαντός πιο ελαφριά, γεγονός που επέτρεπε την αύξηση του μεγέθους, των υλικών και των όπλων που μπορούσαν να μεταφέρουν. Οι ταχύτητες των στόλων πέρασαν γρήγορα από τους 6-7 κόμβους των παλιών ιστιοφόρων στους 8-10 κόμβους των πρώτων ατμοπλοίων (του αμερικανικού εμφυλίου) και, αμέσως μετά, στους 16-18 κόμβους, ταχύτητα ικανοποιητική ως τις παραμονές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.
Τα πυροβόλα ακολούθησαν την εξέλιξη. Το μέγεθος και το βάρος τους περιόρισε τους αριθμούς τους, η ισχύς όμως του ατμού επέτρεψε την εγκατάστασή τους σε περιστρεφόμενους πύργους, επιτρέποντας βολές προς κάθε κατεύθυνση. Το εκτόπισμα από τους 2-3.000 τόνους των ιστιοφόρων πλοίων γραμμής πέρασε στις 4-5.000 τον καιρό του Αμερικανικού Εμφυλίου και του Σουέζ και αμέσως μετά πέρασε το όριο των 10.000 τόνων. Στα 1900 τα βασικά πλοία των μεγάλων στόλων είχαν ήδη εκτόπισμα 16-18.000 τόνων.
Έπειτα εμφανίστηκε η τορπίλη. Πειραματική στον Αμερικανικό Εμφύλιο, γνώρισε δόξες στις δύο επόμενες δεκαετίες αν και καμία σύγκρουση ανάμεσα στους ισχυρούς στόλους της εποχής δεν επισημοποίησε την πραγματική της ισχύ. Ο φόβος όμως που προκάλεσε ήρθε για να μείνει. Ξαφνικά η αύξηση του μεγέθους και της διαμέτρου των πυροβόλων δεν ήταν ασφαλές κριτήριο για την ισχύ των μεγάλων στόλων. Ένα ασήμαντο, διακριτικά μικρό σκάφος, μια ατμάκατος ικανή να μεταφέρει τορπίλες έθετε σε αμφισβήτηση όλη την αρχιτεκτονική των στόλων μάχης. Ούτε το μέγεθος, ούτε η ισχύς των πυροβόλων, ούτε οι θώρακες γύρω από την ίσαλο γραμμή αποτελούσαν πλέον επαρκείς εγγυήσεις για τις μάχιμες δυνατότητες των πλοίων μάχης.
Νέες τεχνολογίες-νέα όπλα
Οι νέες απειλές προκάλεσαν ατελείωτες συζητήσεις τις οποίες τροφοδοτούσαν συνεχώς οι πρόοδοι της τεχνολογίας: οι εφαρμογές του ηλεκτρισμού ήταν το τότε πεδίο εντυπωσιακών εξελίξεων. Τα αντίμετρα απέναντι στον “ύπουλο” νέο εχθρό εμφανίστηκαν και εξαπλώθηκαν σχεδόν αμέσως. Τα ισχυρά πλοία πριν ακόμα παγιώσουν την νέα διάταξη του οπλισμού τους – ένας πύργος με ένα ή δύο βαριά πυροβόλα στην πλώρη και ένας αντίστοιχος στην πρύμνη – βρέθηκαν στην ανάγκη να επιστρέψουν σε προγενέστερες μορφές.
Ο πλευρικός οπλισμός επανεμφανίστηκε θριαμβευτικά. Όσο οι φόβοι μεγεθύνονταν τόσο ο “δευτερεύων” οπλισμός πολλαπλασιαζόταν. Σε πύργους ή σε θυρίδες εμφανίστηκαν πλήθος πλευρικά πυροβόλα κάθε είδους, διαμετρήματος και ταχυβολίας. Εκεί γύρω στα 1880 τα μεγάλα πλοία μάχης άρχισαν να θυμίζουν βαριά “δίκροτα” ή “τρίκροτα” ιστιοφόρα της ναπολεόντειας εποχής. Οι θυρίδες στα πλευρά τους πολλαπλασιάστηκαν, τα “ταχυβόλα” πλημμύρισαν τα καταστρώματά τους και οι θώρακες κατέβηκαν κάτω από την ίσαλο γραμμή. Τα πλοία της γενιάς αυτής θύμιζαν πλωτά φρούρια ή μάλλον “πλωτά ξενοδοχεία” (hotels flottants) όπως τα ονόμασαν οι ευφυείς Γάλλοι.
Οι μικροί αναθάρρησαν. Κάθε δευτερεύον ή τριτεύον ναυτικό στον κόσμο (δεν υπήρχαν και πολλά σε καιρούς οικουμενικής αποικιοκρατίας) έσπευσε να αποκτήσει μερικούς στολίσκους τορπιλοβόλων. Θα έπρεπε να περιμένουμε του Βαλκανικούς πολέμους για να δούμε πραγματικό πλήγμα από τορπιλοβόλο σε κύριο πλοίο μάχης (τα βουλγαρικά τορπιλοβόλα έπληξαν τα τουρκικά “θωρηκτά” στην Μαύρη θάλασσα και ένα ελληνικό αντίστοιχο έπληξε το παροπλισμένο/πλωτή αποθήκη “Φετίχ Μπουλέντ” στη Θεσσαλονίκη).
Όλη η περίπλοκη όσο και θεαματική νέα αρχιτεκτονική των πλοίων ως αντίμετρα κατά των νέων όπλων αποδείχθηκε άνευ αντικειμένου. Η τορπίλη θα αποδείκνυε την αξία της πολύ αργότερα διαμέσου των υποβρυχίων και των αεροπλάνων. Τα τορπιλοβόλα έμειναν ως μικρής αξίας βοηθητικά πλοία στους στόλους των φτωχών ειδικά. Το παράξενο είναι ότι ο τύπος των πλοίων που γεννήθηκε από την ανάγκη αντιμετώπισής τους παρέμεινε και παραμένει ως βασικό στοιχείο σε κάθε πολεμικό ναυτικό: τα αντιτορπιλικά συνέχισαν να υπάρχουν μετά των τέλος των τορπιλοβόλων τα οποία επρόκειτο να καταδιώξουν.
Και ξαφνικά επήλθε η τομή. Γύρω στα 1906 όλες οι φοβίες που είχε γεννήσει η τορπίλη αιφνίδια ξεχάστηκαν. Το νέο είδος πολεμικού πλοίου ήταν το “Δρεδνώτ”, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό ήταν ο εξοπλισμός του με ένα και μοναδικό τύπο βαρέος πυροβόλου σε πολλαπλούς μάλιστα πύργους που μπορούσαν να στρέψουν τις κάννες σε οποιαδήποτε κατεύθυνση επιθυμούσαν. Ήταν φτιαγμένο για μονομαχίες πυροβολικού, θωρηκτό εναντίον θωρηκτού, πλοίο “μάχης” ενάντια σε ισότιμο πλοίο “μάχης”. Τα πλευρικά πυροβόλα που στόχευαν με αλλεπάλληλους φραγμούς στην απόκρουση τορπιλικών επιθέσεων εξαφανίστηκαν για λίγο καιρό. Επανήλθαν με άλλη μορφή αργότερα.
Το δευτερεύον πυροβολικό γνώρισε στη συνέχεια μεγάλες δόξες – ο εχθρός του όμως πλέον ήταν τα αεροπλάνα, όχι τα τορπιλοβόλα. Στην Γιουτλάνδη οι τορπίλες χρησιμοποιήθηκαν μόνο για να υποχρεώσουν την αντίπαλη γραμμή παραγωγής (μάχης) να ελιχθεί, να σπάσει τη συνοχή της και να ξοδέψει χρόνο για να ανασυνταχθεί. Οι τορπίλες δεν εξαφανίστηκαν από το οπλοστάσιο των ναυτικών όπλων. Έπαψαν όμως να είναι κάτι το ξεχωριστό, ικανό να εκβιάσει το αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Αλλαγή της μορφής του πολέμου
Η μακρά ετούτη ιστορική εισαγωγή ήρθε να υπενθυμίσει μια από τις πολλές συζητήσεις που έχουν ως τώρα γίνει, πάνω στα νέα όπλα, στα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα και στην εκπορευόμενη από τις απειλές που αντιπροσωπεύουν αλλαγή της μορφής του πολέμου. Η σημερινή συζήτηση για τα “μη επανδρωμένα” οχήματα, εναέρια, θαλάσσια ή υποβρύχια, “αυτοκτονίας” ή μη και όλη την εκπορευόμενη “ρομποτική” μορφή και διάσταση του πολέμου δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την παθιασμένη συζήτηση του προ-περασμένου αιώνα πάνω στις τορπίλες και την επίδραση τους στο ναυτικό πόλεμο.
Οι “ειδικοί” του πολέμου θαμπωμένοι από την υποτιθέμενη αποτελεσματικότητα και την προσιτή τιμή, σε σχέση με τις χαλύβδινες πλωτές πυροβολαρχίες των πλοίων μάχης, υπέθεσαν ότι ο πόλεμος άλλαζε μορφή: θα προσαρμοζόταν στις δυνατότητες του νέου όπλου. Έγινε το αντίθετο: η τορπίλη προσαρμόστηκε στα δεδομένα του πολέμου και έγινε μία ακόμα παράμετρος σε ένα οπλοστάσιο που συνεχώς εξελισσόταν.
Τα “μη επανδρωμένα” γέννησαν πλήθος προσδοκίες με την εμφάνισή τους. Πάνω σε αυτά οικοδομήθηκε η εικόνα του μελλοντικού πολέμου όπου μηχανή θα πολεμά τη μηχανή και όπου οι πολεμιστές θα χειρίζονται κονσόλες όπως τα παιδιά στα video-game. Ετούτη η πεποίθηση απλώθηκε ακαταμάχητη ενισχυμένη από το γεγονός ότι τα “μη επανδρωμένα” μεταδίδουν εύκολα “εικόνα”, εικόνα από τα έργα και τη δράση τους.
Καμία οβίδα πυροβολικού δεν μπορεί να κάνει κάτι παρόμοιο. Οι εικόνες πιστοποίησαν ότι οι “δρόνοι” σκοτώνουν ανθρώπους και καταστρέφουν υλικά! Κανονικά αυτό δεν θα έπρεπε να εντυπωσιάσει. Στον πόλεμο όλα τα όπλα σκοτώνουν ανθρώπους και καταστρέφουν υλικά. Επιπλέον δεν γνωρίζουμε τίποτα σχετικό με την “φονικότητά” τους. Αν δηλαδή σκοτώνουν και καταστρέφουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τις “χαζές” οβίδες ή από όποιο άλλο οπλικό σύστημα. Οι σχετικές στατιστικές απουσιάζουν εκκωφαντικά από το πλούσιο σε άλλες πληροφορίες διαδίκτυο.
Οι ισοπεδωμένες πόλεις, οι σωροί των ερειπίων, τα χιλιοτρυπημένα από βλήματα πεδία των μαχών δεν οφείλουν την εικόνα τους σε δρόνους και “μη επανδρωμένα”. Οι οβίδες του πυροβολικού, οι ρουκέτες, οι βόμβες των αεροπλάνων, οι πύραυλοι, είναι προφανώς τα εργαλεία του ολέθρου στην περίπτωση αυτή. Σε τελευταία δε ανάλυση οι πόλεμοι εξακολουθούν να μετριόνται με “σημαίες στο έδαφος”, με παρουσία στρατιωτών δηλαδή. Την επιτυχία, τη νίκη την ορίζει η παρουσία ανθρώπων, όχι μηχανών.
Υπερκατανάλωση “δρόνων”
Ο ενθουσιασμός της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του ημέτερου υπουργείου Άμυνας ως προς τη “νέα μορφή του πολέμου” βρίσκεται μέσα στο πνεύμα των καιρών. Σε γερασμένες κοινωνίες είναι οπωσδήποτε γοητευτική η ιδέα να πολεμούν μηχανές στη θέση των ανθρώπων. Από αυτό το σημείο όμως ως την επαγγελλόμενη “αλλαγή της μορφής του πολέμου” η απόσταση είναι τεράστια. Τα “μη επανδρωμένα” κάθε είδους και μορφής έκαναν με την εμφάνισή τους περισσότερο περίπλοκο το πεδίο της μάχης δεν έδειξαν όμως ικανά να κερδίσουν έναν πόλεμο.
Είναι αμφίβολο εάν η υπερκατανάλωση “δρόνων” έχει επηρεάσει τον πόλεμο στην Ουκρανία περισσότερο από ότι η καταχρηστική προσφυγή στο κλασσικό πυροβολικό στις πρώτες φάσεις του πολέμου. Η στασιμότητα στα μέτωπα του πολέμου αυτού δεν οφείλεται σε όποιες καινοτομίες αλλά σε κάτι που από καιρό γνωρίζει η στρατιωτική ιστορία: οι αντίπαλοι δεν επιθυμούν να “καταναλώσουν” -υπέρμετρα και πολιτικά επώδυνα- το μόνο “υλικό” που κερδίζει πολέμους: ανθρώπινες ζωές δηλαδή.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Δυτική Ασία. Το Ισραήλ έχει προσφύγει σε γενοκτονία, έχει καταστρέψει και ισοπεδώσει το γύρω του σύμπαν. Δεν μπορεί όμως να πετύχει αποφασιστική νίκη καθώς δεν είναι πρόθυμο να “καταναλώσει” “δικό του” ανθρώπινο δυναμικό. Σε αυτό δε το αδιέξοδο ουδείς “δρόνος” μπορεί να πάρει την θέση των αναλώσιμων πολεμιστών.





