Όταν η κυβερνητική ανικανότητα βαφτίζεται υβριδική επίθεση!
08/07/2026
Η παγίδα των Ρώσων “φαρσέρ” στον Θάνο Ντόκο ξεπερνά τα όρια της κομματικής αντιπαράθεσης. Αποκαλύπτει μια χώρα ψηφιακά γυμνή, λίγο πριν τις κάλπες του 2026. Η πρόσφατη τηλεδιάσκεψη του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας με το ψηφιακό είδωλο του Ουκρανού ομολόγου του, Ρουστέμ Ουμέροφ, δεν ήταν μια απλή “φάρσα”. Ήταν μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση των Ρώσων πρακτόρων επιρροής “Vovan” και “Lexus”.
Για σχεδόν ολόκληρη τη διάρκεια της κλήσης, ευαίσθητα θέματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συζητήθηκαν με ένα deepfake γέννημα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η αντίδραση της κυβέρνησης με μια σπουδή στην πολιτική μετάθεση ευθυνών, οχυρώθηκε πίσω από τον όρο «υβριδική επίθεση», σπεύδοντας να μας διαβεβαιώσει ότι «δεν υπήρξε διαρροή απόρρητου υλικού».
Έτσι, το ερώτημα που προκύπτει για κάθε σκεπτόμενο πολίτη είναι αμείλικτο. Από πότε η υβριδική απειλή αποτελεί άλλοθι για την ανικανότητα; Το γεγονός ότι αντίστοιχες επιθέσεις είχαν ήδη καταγραφεί κατά υψηλόβαθμων αξιωματούχων στην Εσθονία, τη Μολδαβία και την Αρμενία σημαίνει ότι τα καμπανάκια χτυπούσαν εδώ και μήνες. Οι ελληνικές αρχές απλώς επέλεξαν να τα αγνοήσουν, εμφανίζοντας μια επίφοβη ερασιτεχνική συμπεριφορά στην κορυφή της πυραμίδας ασφαλείας της χώρας.
Η κυβερνητική διατύπωση προσπαθεί να μας πείσει ότι ευτυχώς που επρόκειτο για υβριδική η επίθεση και δεν διέρρευσε απόρρητο υλικό. Η κυβερνητική διατύπωση αποτελεί ένα κλασικό λογικό άλμα (σοφιστεία) που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την έννοια της υβριδικής απειλής ως ασπίδα, ενώ στην πραγματικότητα η υβριδική επίθεση είναι το μέσο για να επιτευχθεί η διαρροή, ή η υποκλοπή. Όταν η κυβέρνηση λέει «ήταν υβριδική επίθεση, άρα ευτυχώς δεν διέρρευσαν απόρρητα», μπερδεύει σκόπιμα (ή από άγνοια) τη φύση της επίθεσης με τις συνέπειές της. Ατυχώς και οι δύο κυβερνητικές επιλογές είναι επικίνδυνες.
Οι υβριδικές απειλές δεν είναι μόνο “τρολ” και fake news για να γελάμε. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας για την Αντιμετώπιση Υβριδικών Απειλών (Hybrid CoE), ο υβριδικός πόλεμος συνδυάζει στρατιωτικά και μη στρατιωτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται:
- Η κυβερνο-κατασκοπεία (Cyber-espionage)
- Η υποκλοπή πληροφοριών μέσω κοινωνικής μηχανικής (Social Engineering / Phishing)
Στην περίπτωση Ντόκου, οι Ρώσοι πράκτορες χρησιμοποίησαν ένα υβριδικό εργαλείο (Deepfake AI) με σκοπό να ψαρέψουν (phishing) πληροφορίες. Αν ο Σύμβουλος Ασφαλείας είχε αναφέρει κρατικά μυστικά, νομίζοντας ότι μιλάει με τον Ουκρανό, η διαρροή θα είχε συντελεστεί. Το ότι δεν διέρρευσαν (όπως υποστηρίζεται) οφείλεται στην τύχη ή στην αυτοσυγκράτηση του Ντόκου εκείνη τη στιγμή, όχι στο ότι η επίθεση ήταν “υβριδική”. Η “Διαρροή” έγινε ήδη (Information Leakage). Το πιο ανησυχητικό είναι η επιλογή της δικαιολογίας που αναδεικνύει και αποδεικνύει την πλήρη και ολική ανικανότητα των αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων να βρουν μία πείθουσα δικαιολογία.
Από δημοσιογραφική και ερευνητική σκοπιά, διαρροή υπήρξε. Το γεγονός ότι το βίντεο της συνομιλίας διάρκειας 12 λεπτών ανέβηκε στο διαδίκτυο και ο Σύμβουλος Ασφαλείας ακούγεται να αναλύει ευαίσθητα γεωπολιτικά ζητήματα (όπως το θαλάσσιο drone στη Λευκάδα, τις ανησυχίες για τον τουρισμό, τη συνοχή του ΝΑΤΟ, ακόμα και το timing των εθνικών εκλογών) συνιστά διαρροή πληροφοριών.
Μπορεί να μην ήταν έγγραφα με τη σφραγίδα “Άκρως Απόρρητο”, αλλά ήταν πληροφορίες που η Μόσχα εργαλειοποιεί για προπαγάνδα και για να προκαλέσει εσωτερική πολιτική κρίση στην Αθήνα.
Η βιομηχανία του ψεύδους το 2026
Το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον κανόνα της νέας ψηφιακής πραγματικότητας. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας IdentifAI, μόνο τον Μάρτιο του 2026 καταγράφηκαν πάνω από 3.100 σύνθετα περιστατικά deepfake παγκοσμίως. Την ίδια ώρα, ο οργανισμός NewsGuard εντοπίζει χιλιάδες ιστότοπους που παράγουν περιεχόμενο μαζικά με AI, χρηματοδοτούμενοι από διαφημιστικά δίκτυα που επιζητούν το κλικ με κάθε κόστος.
Η επιστήμη έχει προειδοποιήσει έγκαιρα. Η εμβληματική μελέτη του MIT στο Science κατέδειξε ότι οι ψευδείς ειδήσεις διαδίδονται στα social media σημαντικά ταχύτερα από τις αληθινές, ακριβώς επειδή είναι σχεδιασμένες να πυροδοτούν πρωτόγονα συναισθήματα: Έκπληξη, οργή και αηδία. Σε αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον, δύο μηχανισμοί λειτουργούν ως εμπρηστές:
- Η υπερσυγκέντρωση των ΜΜΕ σε ολιγαρχικά χέρια που εργαλειοποιούν τον εντυπωσιασμό για πολιτική επιρροή.
- Οι αδιαφανείς αλγόριθμοι των Tech Giants (Meta, X, TikTok), οι οποίοι, πίσω από το προπέτασμα της “μαθηματικής ουδετερότητας”, πριμοδοτούν τη σύγκρουση και το σοκ γιατί αυτό κρατά τον χρήστη στην οθόνη.
Δεν χρειάζονται, όμως, πάντα κρατικοί δρώντες και high-tech deepfakes για να δηλητηριαστεί η δημοκρατία. Η ίδια ακριβώς μηχανική παραπληροφόρησης (disinformation) εφαρμόζεται με την ίδια επιτυχία και στην ελληνική επαρχία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κατασκευασμένη είδηση του Σεπτεμβρίου 2025 για δήθεν δημιουργία προσφυγικής δομής στις Θερμοπύλες, η οποία αναπαράχθηκε συστηματικά από κομματικά δίκτυα της “Ελληνικής Λύσης”. Παρά τη ρητή διάψευση από τον πρόεδρο της τοπικής κοινότητας και τη μετέπειτα τεκμηρίωση από τα Ellinika Hoaxes, το κοινωνικό τραύμα και η στοχοποίηση ευάλωτων ομάδων είχαν ήδη συντελεστεί.
Μπροστά σε αυτό το χάος, η κοινωνία των πολιτών στρέφεται στους ανεξάρτητους οργανισμούς διασταύρωσης (fact-checkers). Όμως, ως ερευνητές, οφείλουμε να είμαστε καχύποπτοι με κάθε μορφή αυθεντίας. Η υποχώρηση της Meta το 2025 από το πρόγραμμα ανεξάρτητης επαλήθευσης στις ΗΠΑ, υπό το βάρος κατηγοριών για πολιτική μεροληψία, αποδεικνύει ότι το ερώτημα “ποιος ελέγχει τους ελεγκτές;” παραμένει ανοιχτό.
Πώς αντέδρασαν άλλα κράτη
Η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται, κερδίζεται με απόλυτη διαφάνεια στις μεθοδολογίες. Eδώ θα δούμε επιγραμματικά πως αντέδρασαν τα σοβαρά κράτη:
1. Ιταλία (Τζόρτζια Μελόνι) – Η Καρατόμηση του διπλωματικού συμβούλου
Όταν η Ιταλίδα πρωθυπουργός παρασύρθηκε σε 13λεπτη τηλεφωνική συνομιλία με τους Ρώσους φαρσέρ (πιστεύοντας ότι μιλάει με τον πρόεδρο της Αφρικανικής Ένωσης), το θέμα δεν υποβαθμίστηκε. Συνέπεια: Ο κορυφαίος διπλωματικός της σύμβουλος, Φραντσέσκο Ταλό (Francesco Talò), παραιτήθηκε αμέσως, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την αποτυχία του φιλτραρίσματος της κλήσης. Στην Ιταλία υπήρξε ανάληψη πολιτικής και θεσμικής ευθύνης. Στην Ελλάδα, το σύστημα προσπαθεί να βγάλει τον Ντόκο “θύμα” και όχι υπεύθυνο.
2. Μεγάλη Βρετανία (Ντέιβιντ Κάμερον) – Η άμεση παραδοχή και το “Security Overhaul”
Ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ντέιβιντ Κάμερον, έπεσε επίσης θύμα τους, νομίζοντας ότι μιλάει με τον πρώην πρόεδρο της Ουκρανίας, Πέτρο Ποροσένκο. Η Αντίδραση: Το Foreign Office (υπουργείο Εξωτερικών) δεν εξέδωσε μια γενικόλογη ανακοίνωση περί «υβριδικής επίθεσης». Παραδέχτηκε αμέσως το λάθος, ξεκίνησε εσωτερική έρευνα υψηλού επιπέδου για την παραβίαση των διαδικασιών και άλλαξε ακαριαία τα πρωτόκολλα ασφαλείας για όλες τις επικοινωνίες των υπουργών.
3. Γερμανία (Annalena Baerbock) & Άλλοι Αξιωματούχοι
Παρόμοια περιστατικά με fake κλήσεις (όπως του Δημάρχου του Βερολίνου με το deepfake του Δημάρχου του Κιέβου, Κλίτσκο) οδήγησαν την ToolBox της γερμανικής ασφάλειας (BSI) να εκδώσει επείγοντα αυστηρά πρωτόκολλα: Καμία κλήση δεν ξεκινά αν δεν υπάρξει cross-checking μέσω ασφαλών, κρυπτογραφημένων κυβερνητικών καναλιών.
Η σύγκριση βλέπουμε με την Ευρώπη εκθέτει ανεπανόρθωτα την Αθήνα. Όταν η Μελόνι έπεσε στην ίδια παγίδα, ο διπλωματικός της σύμβουλος πήγε σπίτι του. Όταν στοχεύθηκε ο Κάμερον, οι βρετανικές υπηρεσίες σήμαναν συναγερμό για να κλείσουν τις τρύπες. Τα προαναφερόμενα, καταρρίπτουν το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είναι θύμα μιας πρωτοφανούς τεχνολογίας που κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει.
Στην Ελλάδα του 2026, η κυβέρνηση επιλέγει την τακτική της στρουθοκαμήλου, αφού βαφτίζει την αποτυχία των υπηρεσιών της “υβριδική απειλή”, δεν ζητά καμία παραίτηση, δεν αλλάζει κανένα πρωτόκολλο και ελπίζει απλώς ότι το θέμα θα ξεχαστεί στον επόμενο κύκλο των ειδήσεων. Αυτή όμως η θεσμική νωθρότητα είναι που μας καθιστά τον “αδύναμο κρίκο” της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Το αβίαστο συμπέρασμα
Καθώς η χώρα διανύει μια παρατεταμένη και πολωμένη προεκλογική περίοδο, η υπόθεση Ντόκου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, εθνικού και δημοκρατικού. Αν οι πλέον έμπειροι κρατικοί λειτουργοί πέφτουν θύματα ψηφιακής εξαπάτησης λόγω έλλειψης βασικής θωράκισης, ο μέσος πολίτης είναι εντελώς έκθετος.
Η άμυνα απέναντι στην παραπληροφόρηση δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό ζήτημα ψηφιακής παιδείας· Είναι ζήτημα εθνικής και δημοκρατικής επιβίωσης. Απαιτεί θεσμικά πρωτόκολλα zero-trust στις κρατικές δομές, αυστηρή λογοδοσία για τις κυβερνητικές αστοχίες και, πάνω από όλα, μια κοινωνία πολιτών που μαθαίνει να “φρενάρει” πριν κοινοποιήσει. Διαφορετικά, οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν στα προγράμματα των κομμάτων, αλλά στα εργαστήρια των deepfakes.





