Αναμετριέται με το φάντασμα του Κεμάλ ο Ερντογάν
11/07/2026
Πέντε φράσεις εξηγούν τον ιδεολογικό κώδικα του Τουρκισμού από τον Ατατούρκ έως τον Ερντογάν, με τον τελευταίο να προβάλει τα δικά του συνθήματα, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από του Κεμάλ.
Υπάρχουν ορισμένες φράσεις που ξεπερνούν τη σημασία ενός απλού πολιτικού συνθήματος. Μετατρέπονται σε κρατικό δόγμα, διαμορφώνουν συλλογικές αντιλήψεις και λειτουργούν ως ιδεολογικοί πυλώνες ενός ολόκληρου έθνους. Στην περίπτωση της Τουρκικής Δημοκρατίας, πέντε χαρακτηριστικές ρήσεις του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ – που συνδέθηκαν άρρηκτα με την πολιτική του κληρονομιά– αποτελούν μέχρι σήμερα τον πυρήνα της κεμαλικής τουρκικής κοσμοθεωρίας.
Παρά την πολιτική κυριαρχία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την προσπάθειά του να επαναπροσδιορίσει την τουρκική ταυτότητα μέσα από ένα κράμα ισλαμισμού, εθνικισμού και νεοοθωμανισμού, οι συγκεκριμένες φράσεις εξακολουθούν να καθορίζουν τη συλλογική συνείδηση του τουρκικού κράτους. Δεν πρόκειται απλώς για ιστορικά αποφθέγματα, αλλά για έννοιες που διδάσκονται στα σχολεία, αναγράφονται σε δημόσια κτίρια, προβάλλονται στις στρατιωτικές σχολές και διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τον κόσμο.
“Ανεξαρτησία ή θάνατος”
Η φράση “Ya İstiklâl ya Ölüm” (ή ανεξαρτησία ή θάνατος) ήταν η πρώτη μεγάλη ιδεολογική διακήρυξη του κεμαλισμού που γεννήθηκε μέσα στη δίνη του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (1919-1922). Το σύνθημα “Ή ανεξαρτησία ή θάνατος” δεν εξέφραζε απλώς την αντίσταση στις νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στη Συνθήκη των Σεβρών. Αποτύπωνε την πεποίθηση ότι η ύπαρξη του τουρκικού έθνους είναι αδιαπραγμάτευτη.
Από τότε, η έννοια της ανεξαρτησίας απέκτησε σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Στην τουρκική πολιτική κουλτούρα, κάθε εξωτερική πίεση, διεθνής παρέμβαση ή περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας μπορεί να ερμηνευθεί ως συνέχεια εκείνης της ιστορικής απειλής. To λεγόμενo “Σύνδρομο των Σεβρών” αντλεί ακριβώς από αυτή τη συλλογική μνήμη.
Η κυριαρχία ανήκει άνευ όρων στο Έθνος
Με την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, ο Ατατούρκ αντικατέστησε την κυριαρχία του Σουλτάνου με την αρχή ότι μοναδική πηγή εξουσίας είναι το έθνος. Το σύνθημα ήταν “Egemenlik kayıtsız şartsız milletindir” (Η κυριαρχία ανήκει άνευ όρων στο Έθνος). Η συγκεκριμένη διακήρυξη βρίσκεται ακόμη και σήμερα χαραγμένη στην αίθουσα της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης. Ωστόσο, η τουρκική αντίληψη περί “έθνους” δεν ταυτίζεται πλήρως με τη δυτική φιλελεύθερη έννοια του λαού ως συνόλου ισότιμων πολιτών.
Στον κεμαλισμό, το έθνος νοείται ως μια ενιαία πολιτική κοινότητα με κοινή γλώσσα, κοινή ιστορική μνήμη και ενιαία εθνική συνείδηση. Η αντίληψη αυτή εξηγεί γιατί επί δεκαετίες το τουρκικό κράτος δυσκολεύθηκε να αποδεχθεί την ύπαρξη διακριτών εθνοτικών ταυτοτήτων, ιδίως των Κούρδων. Παράλληλα, η συγκεκριμένη αρχή αποτέλεσε τη θεωρητική βάση του κοσμικού κράτους, αφού η νομιμοποίηση της εξουσίας δεν προερχόταν πλέον από τη θρησκεία αλλά από το ίδιο το έθνος.
Κεμάλ:”Ευτυχής όποιος είναι Τούρκος”
Ελάχιστες φράσεις αποτυπώνουν τόσο καθαρά τη φιλοσοφία του τουρκικού εθνικισμού όσο αυτή: “Ne mutlu Türküm diyene (Πόσο ευτυχισμένος ή τυχερός που είμαι Τούρκος). Για δεκαετίες αποτελούσε μέρος του καθημερινού μαθητικού όρκου, ενώ αναγράφεται ακόμη σε βουνά, στρατόπεδα και δημόσια μνημεία σε ολόκληρη την Τουρκία.
Η φράση δεν αναφέρεται στη βιολογική καταγωγή αλλά στην πολιτική ένταξη στο τουρκικό έθνος. Στην πράξη, όμως, λειτούργησε ως εργαλείο αφομοίωσης όλων των εθνοτικών ομάδων σε μια ενιαία τουρκική εθνική ταυτότητα. Για τους κεμαλιστές αποτελεί μήνυμα εθνικής συνοχής. Για αρκετές μειονότητες, αντιθέτως, συμβολίζει την άρνηση της ιδιαίτερης πολιτισμικής τους ταυτότητας. Αυτή η διαφορετική ανάγνωση εξακολουθεί να προκαλεί έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
“Ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο”
Πρόκειται ίσως για τη διασημότερη φράση του Ατατούρκ στον χώρο της διεθνούς πολιτικής: “Yurtta sulh, cihanda sulh”. Επί δεκαετίες αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, εκφράζοντας την επιλογή της αποφυγής περιττών στρατιωτικών περιπετειών και της συγκέντρωσης των προσπαθειών στην εσωτερική οικοδόμηση του κράτους.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Ο Ατατούρκ δεν ήταν ειρηνιστής με τη δυτική έννοια του όρου. Αντιθέτως, θεωρούσε τη στρατιωτική ισχύ απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της ειρήνης. Η αποφυγή πολέμου αφορούσε κυρίως την αποφυγή άσκοπων συγκρούσεων, όχι την παραίτηση από την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.
Στη σημερινή εποχή, η αρχή αυτή δοκιμάζεται από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία και στο Ιράκ, από τη στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη, από την ενίσχυση των βάσεων στο εξωτερικό και από τη στρατηγική της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Πολλοί κεμαλιστές θεωρούν ότι η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν απομακρύνεται από το αρχικό πνεύμα του Ατατούρκ, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι αποτελεί απλώς μια σύγχρονη προσαρμογή του.
“Είμαστε οι στρατιώτες του Κεμάλ”
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες φράσεις, το συγκεκριμένο σύνθημα “Mustafa Kemal’in askerleriyiz” (Είμαστε οι στρατιώτες του Μουσταφά Κεμάλ) –δεν διατυπώθηκε από τον ίδιο τον Ατατούρκ. Αναδείχθηκε μεταγενέστερα ως σύνθημα πίστης στην κεμαλική ιδεολογία.
Για δεκαετίες ταυτίστηκε με τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες θεωρούσαν τον εαυτό τους θεματοφύλακα της Δημοκρατίας και του κοσμικού κράτους. Το σύνθημα ακουγόταν σε στρατιωτικές τελετές, παρελάσεις και πολιτικές συγκεντρώσεις, υποδηλώνοντας ότι η νομιμοποίηση του στρατεύματος πηγάζει από την παρακαταθήκη του ιδρυτή της Δημοκρατίας.
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο Ερντογάν επιχείρησε να περιορίσει δραστικά αυτή την παραδοσιακή αυτονομία του στρατού, προχωρώντας σε εκκαθαρίσεις, θεσμικές αλλαγές και αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, το σύνθημα εξακολουθεί να εκφράζει ένα σημαντικό τμήμα της τουρκικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στους κεμαλικούς κύκλους.
Από τον κεμαλισμό στον ερντογανισμό
Ο Ερντογάν δεν κατήργησε τον κεμαλισμό. Τον αναδιατύπωσε. Διατήρησε σχεδόν ανέπαφη την κρατική έμφαση στην εθνική κυριαρχία, στην ισχυρή κρατική εξουσία και στην ανεξαρτησία της χώρας, αλλά αντικατέστησε τον αυστηρό κοσμικό χαρακτήρα του κράτους με ένα πιο θρησκευτικό και συντηρητικό αφήγημα.
Έτσι, το σύνθημα της εθνικής κυριαρχίας παραμένει κεντρικό, αλλά συνδυάζεται πλέον με τη ρητορική περί “Μεγάλης και Ισχυρής Τουρκίας”. Η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας συνδέεται με την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, των βαλλιστικών πυραύλων και της στρατηγικής αυτονομίας. Παράλληλα, η τουρκική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται περισσότερο παρεμβατική, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την κεμαλική αντίληψη ότι η Τουρκία οφείλει να δρα ως αυτόνομη περιφερειακή δύναμη.
Οι πέντε αυτές φράσεις αποτελούν ένα ιδιότυπο “ιδεολογικό σύνταγμα” της σύγχρονης Τουρκίας. Συμπυκνώνουν τις βασικές αρχές της: την απόλυτη αξία της ανεξαρτησίας, την πρωτοκαθεδρία της εθνικής κυριαρχίας, την οικοδόμηση μιας ενιαίας τουρκικής ταυτότητας, την επιδίωξη της ισχύος ως προϋπόθεσης της ειρήνης και την ιδιαίτερη σχέση του κράτους με την κληρονομιά του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Η κατανόηση αυτών των πέντε αξιωμάτων είναι απαραίτητη για όποιον επιθυμεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά της σύγχρονης Τουρκίας. Εξηγούν γιατί, παρά τις αλλαγές κυβερνήσεων, τις ιδεολογικές μετατοπίσεις και την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ, ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής σκέψης παραμένει εντυπωσιακά σταθερός. Ο ερντογανισμός δεν ανέτρεψε τον κεμαλικό πυρήνα· τον επανανοηματοδότησε, προσαρμόζοντάς τον στις φιλοδοξίες μιας Τουρκίας που επιδιώκει να λειτουργεί ως αυτόνομος και καθοριστικός πόλος ισχύος στο διεθνές σύστημα.





