Το κρίσιμο δίλημμα της Ρωσίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία
01/08/2026
Οι εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο οδηγούν σε δύο συμπεράσματα: Πρώτον, είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει τερματισμός του ουκρανικού πολέμου μέσω διαπραγματεύσεων· και δεύτερον, ενισχύεται η πιθανότητα υπερεξάπλωσης της Ρωσίας, δεδομένου ότι η ρωσική ενδοχώρα, οικονομία και διεθνές εμπόριο βρίσκονται μόνιμα στο στόχαστρο των νατοϊκο-ουκρανικών πολεμικών επιχειρήσεων.
Η Ουάσινγκτον πολύ δύσκολα θα αποδεχθεί μια συμφωνία που δεν της επιτρέπει να διατηρήσει τον έλεγχο της Ουκρανίας ή ότι έχει απομείνει απ΄αυτήν. Όταν κάνει ότι διαπραγματεύεται, στη πραγματικότητα εργάζεται για να στερήσει από το Κρεμλίνο το στοιχείο της αποτροπής, που για δεκαετίες ήταν το βασικό εξισορροπητικό δόγμα στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας. Αν η Ρωσία δεν ενεργήσει αποφασιστικά για να απομονώσει στρατιωτικά την Ουκρανία από το ΝΑΤΟ, θα έχει υποστεί μια στρατηγική ήττα. Ακόμη χειρότερα, δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό λόγο σε τίποτα και πουθενά.
Από την αρχή της λεγόμενης “Eιδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης” (SVO), οι δεδηλωμένοι στόχοι του Κρεμλίνου ήταν:
- Αποστρατιωτικοποίηση Ουκρανίας ως πεδίου μάχης. Επιχειρησιακά, οι τέσσερεις περιοχές με σημαντικό ρωσόφωνο πληθυσμό (Ντονέσκ, Χερσόν, Λουγκάνσκ, Ζαπορίζια), συν η Κριμαία, θα εξασφαλίζουν τη ρωσική επικράτεια από εξωτερικές επιβολές.
- Αποναζιστικοποίηση μέσω αλλαγής καθεστώτος στο Κιέβου. Εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων κατά Σλάβων (διωγμός ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, γλώσσας, κουλτούρας), και εξουδετέρωση, με την κατάλληλη νομοθεσία, των νεοναζιστικών οργανώσεων που προέρχονται από το Μπαντεριανό και άλλα κινήματα που αναπτύχθηκαν υπό γερμανικό έλεγχο στο Β’ΠΠ.
Μετά τις μεγάλες προόδους στο δρονικό πόλεμο και την αυξανόμενη νατοϊκή υποστήριξη στο Κίεβο, οι επιχειρήσεις του δεν περιορίζονται στο πολεμικό μέτωπο, αλλά επεκτείνονται στη ρωσική ενδοχώρα, στην επικράτεια νατοϊκών χωρών που του προσφέρουν πολεμικές διευκολύνσεις, στις ανοιχτές θάλασσες όπου επιτίθεται στο διεθνές εμπόριο της Ρωσίας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αποστρατικοποίηση σημαίνει στρατιωτική υπερεξάπλωση της Ρωσίας πέρα από τα εδαφικά όρια στα οποία ήταν αρχικά προετοιμασμένη να περιοριστεί.
Μια στρατηγική νίκη της Μόσχας απαιτεί διττή κλιμάκωση: Αποκλεισμό της Μαύρης Θάλασσας, που είναι σε εξέλιξη, για να μη φθάνουν δια θαλάσσης στην Ουκρανία στρατιωτικά ή άλλα φορτία· και εξουδετέρωση της νατοϊκής ηλεκτρονικής καθοδήγησης μέσω επανδρωμένων και μη αεροσκαφών πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα για να εμποδιστούν οι «Αμερικανικές υπηρεσίες να καθοδηγούν τις διαδρομές δρόνων μεγάλης εμβέλειας, παρακάμπτοντας τη ρωσική αεράμυνα».
Η αποναζιστικοποίηση του ουκρανικού πολιτικού συστήματος είναι δύσκολο να επιτευχθεί, καθώς τα δόγματα του έχουν διαδοθεί σε πολλές νατοϊκές χώρες, ξεκινώντας από τις Βαλτικές, οι οποίες από τότε που έγιναν μέλη της ΕΕ δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα άλλο παρά μίσος και αστάθεια στην Ευρώπη. Αντιπροσωπευτική περίπτωση είναι η Εσθονή Κάλας. Στέλνει ναυτικές δυνάμεις να αναχαιτίσουν τα “σκιώδη δεξαμενόπλοια” στον Ινδικό Ωκεανό που μεταφέρουν πετρέλαιο στα ινδικά διυλιστήρια, μέρος του εξάγεται στην ίδια την ΕΕ. Η Κάλας ρισκάρει την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης για να προωθήσει την ρωσοφοβική της ατζέντα.
Εσωτερικές προκλήσεις
Από την αρχή του πολέμου, ο Πούτιν αντιμετώπισε δύο μεγάλες εσωτερικές προκλήσεις: Τη διαφθορά των στρατηγών και τις αντιδράσεις των οικονομικών ελίτ της χώρας. Ο πόλεμος ξεκίνησε με ένα διεφθαρμένο στρατιωτικό σύστημα: «Από το Μάιο του 2024, οι εισαγγελείς έβαλαν στο στόχαστρο έναν αυξανόμενο αριθμό υφυπουργών Άμυνας, ανώτατων αξιωματικών και κορυφαίων πολιτικών αξιωματούχων για διαφθορά, απάτη και υπεξαίρεση, μεταξύ άλλων αδικημάτων». Όλοι αυτοί πλούτιζαν σε βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Δεν ήταν τυχαίο που ο Πριγκοζίν «επέκρινε ανοιχτά το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας για διαφθορά και κακή διαχείριση του ουκρανικού πολέμου».
Το ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει ο Πούτιν το στρατιωτικό προσωπικό με το οποίο την ίδια στιγμή διεξήγαγε πόλεμο ήταν κάτι πρωτοφανές στα χρονικά. Αναδιάρθρωση της στρατιωτικής διοίκησης, επαναλειτουργία σημαντικού τμήματος της σοβιετικής στρατιωτικο-βιομηχανικής βάσης, δημιουργία καλύτερης, ταχύτερης και φθηνότερης στρατιωτικής επιμελητείας, έγκαιρη κινητοποίηση και σωστή ανακατανομή δυνάμεων· όλα αυτά απαιτούσαν χρόνο και συμβιβασμούς. Αυτό ίσως εξηγεί την για μεγάλο χρονικό διάστημα απροθυμία του να διεξάγει μεγάλης έκτασης επιθετικές επιχειρήσεις.
Βασικός αναπτυξιακός στόχος του Πούτιν ήταν η προσέλκυση επενδύσεων μέσω των διεθνών δραστηριοτήτων της ρωσικής οικονομικής ελίτ. Αυτή η πολιτική έχει τις ρίζες της στη σχέση του με κύκλους της εποχής Γιέλτσιν· αλλά, αντίθετα με το Γιέλτσιν, ο Πούτιν σταμάτησε την άλωση του ρωσικού φυσικού πλούτου. Δημιούργησε μια οικονομία που ευνοεί τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ολιγαρχών, αλλά με κρατική καθοδήγηση και έλεγχο. Παράλληλα ανακατένειμε τους πόρους με τρόπο που εξασφάλισε ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο.
Αυτή η επιτυχημένη αναπτυξιακή πολιτική τώρα κινδυνεύει. Η οικονομική ελίτ φοβάται ότι ένας ανοιχτός πόλεμος με το ΝΑΤΟ θα μετατρέψει τη Ρωσία σ΄ένα κεντρικά οργανωμένο κράτος (εθνικοποιήσεις βιομηχανιών, κρατικός έλεγχος οικονομίας, μαζικές κινητοποιήσεις). Γι΄αυτό προκρίνει μια συμφωνία που διατηρεί μια διαπραγματεύσιμη νατοϊκή παρουσία στην Ουκρανία με αντάλλαγμα το χαλάρωμα του οικονομικού αποκλεισμού της Ρωσίας.
Σύμμαχοι των ολιγαρχών είναι οι εκσυγχρονιστές, γνωστοί και ως SysLibs: Δυτικοτραφείς φιλελεύθεροι οικονομολόγοι και τεχνοκράτες με σχέσεις με το διεθνές κεφάλαιο. Συμφωνούν με την οικονομική ελίτ ότι η κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων θα βλάψει τις σχέσεις μεταξύ της ρωσικής ολιγαρχίας και των οικονομικών ελίτ της Δύσης που μπορούν να επηρεάσουν ευνοϊκά τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ. Χαρακτηριστική περίπτωση, ο διευθύνων σύμβουλος του “Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων”, Ντμίτριεφ, που είναι ο ειδικός διαπραγματευτής του Πούτιν με τη κυβέρνηση Τραμπ.
Από την άλλη πλευρά, οι συντηρητικοί κύκλοι (Δούμα, Υπηρεσίες Πληροφοριών, Γενικό Επιτελείο) θυμίζουν στον Πούτιν ότι η διαπραγματευτική τακτική της Ουάσιγκτον είναι να απαιτεί μόνιμες δεσμεύσεις και να δίνει εύκολα ανακλητές υποσχέσεις. Απορρίπτουν την απώλεια ρωσικών στρατηγικών συμφερόντων για να επωφεληθούν οικονομικά κάποιοι. Τον συμβουλεύουν ότι μόνο μια ολοκληρωτική νίκη της Ρωσίας θα εξαλείψει το ουκρανικό καθεστώς ως υπαρξιακή απειλή.
Το δόγμα της αποτροπής
Για μια περίοδο, ο Πούτιν έδειξε να είναι με τη πλευρά των εκσυγχρονιστών, όταν η διπλωματική προσέγγιση του βασίστηκε στη “Φόρμουλα του Άνκορατζ”. Μετά τη προεδρία Μπάϊντεν που είχε κόψει κάθε επικοινωνία μαζί του, ο Πούτιν πίστευσε ότι ήταν ευκαιρία να συζητήσει με τον Τραμπ μια ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας με τερματισμό του ουκρανικού πολέμου και του επανεξοπλισμού της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης πυρηνικών σε πρόθυμα κράτη, όπως η Φινλανδία).
Ο Τραμπ χρησιμοποίησε τη “Φόρμουλα του Άνκορατζ” για να στερήσει σταδιακά από τη Μόσχα το ισχυρό χαρτί της στρατηγικής αποτροπής. Με αντάλλαγμα τη διακοπή αποστολής όπλων στην Ουκρανία, ο Πούτιν πείστηκε να είναι ανεκτικός στις ουκρανικές προκλήσεις. Στη πράξη, όχι μόνο ο Τραμπ δε σταμάτησε να στέλνει όπλα στην Ουκρανία μέσω Ευρώπης, αλλά στη συνάντηση των G7 συμφώνησε «στην αύξηση της παροχής πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, αδειών παραγωγής τους στην Ουκρανία και αύξηση της πίεσης στη ρωσική οικονομία».
Στη συνέχεια υπέγραψε τη διακήρυξη της νατοϊκής συνόδου στην Άγκυρα: «Επιβεβαιώνουμε την ακλόνητη δέσμευση μας στη συλλογική μας άμυνα βάσει του Άρθρου 5». Υπολογίζουν ότι αυτή η απειλή θα εξουδετερώσει το αποτρεπτικό δόγμα της Ρωσίας. Η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να διατηρήσει αυτή τη δυναμική και μετά τη λήξη του πολέμου, αφού δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει την κυριαρχία της στην Ευρώπη και σε ό,τι απομείνει από την Ουκρανία.
Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, είτε ο Πούτιν θα προχωρήσει σε επιχειρήσεις που θα αποκόψουν στρατιωτικά την Ουκρανία από το ΝΑΤΟ, ή θα αναλώνεται σε ένα πόλεμο φθοράς καταλήγοντας, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια “Πύρρειο νίκη”. Αυτό το δίλημμα προκύπτει αναπόφευκτα από το γεγονός ότι ο ουκρανικός πόλεμος είναι μέρος της διαχρονικής στρατηγικής της Ουάσιγκτον: Βάσεις-πληρεξούσιοι-αφηγήματα. Διαθέτοντας εκατοντάδες στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο, η Ουάσιγκτον βρίσκεται κυριολεκτικά στο κατώφλι κάθε χώρας, στην οποία μπορεί να επιτεθεί, απευθείας ή μέσω “πληρεξουσίων χωρών”, αφού προβάλλει το κατάλληλο αφήγημα μέσω της κυριαρχίας της στο χώρο της ενημέρωσης.
Αυτή η στρατηγική εφαρμόζεται εδώ και πολλά χρόνια. Οι “πληρεξούσιες χώρες” αιχμαλωτίζονται πολιτικά από την Ουάσιγκτον, εγκαθιστώντας κυβερνήσεις που υπηρετούν τα δικά της συμφέροντα, συχνά εις βάρος των συμφερόντων των χωρών τους. Διεξάγουν τους πολέμους της Ουάσινγκτον και οι λαοί τους υποφέρουν ή ακόμα και πεθαίνουν για λογαριασμό της, ενώ η ίδια αποκομίζει μεγάλα οφέλη (ιδιοποιούμενη φυσικούς πόρους άλλων χωρών, συνάπτοντας εκβιαστικές οικονομικές και επενδυτικές συμφωνίες, δεσμεύοντας ξένα περιουσιακά στοιχεία, πουλώντας προστασία, διασφαλίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη κυριαρχίας της στην αγορά ενέργειας, οπλοποιώντας τα διεθνή νομικά και κανονιστικά πλαίσια). Η αυτοκρατορία δεν καταρρέει, πλουτίζει.





