Ποιος θα συνεργαστεί με ποιον για σχηματισμό κυβέρνησης
27/08/2026
Καθώς η επταετία Μητσοτάκη ολοκλήρωσε τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και δευτερευόντως της κοινωνίας (στον βαθμό που αυτή εκούσα άκουσα αποδέχθηκε τα βασικά ιδεολογήματα που τον συνόδευαν), η διάψευση των προσδοκιών που δημιούργησε – για εκσυγχρονισμό των θεσμών, αλλά κυρίως για την επίτευξη της γενικής ευημερίας και ενός πλεονάσματος που να επιτρέπει αξιόλογες ανακατανομές και άμβλυνση των κραυγαλέων ανισοτήτων – αποδομεί, όχι μόνο την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά προκαλεί πλέον κρίση νομιμοποίησης του συστήματος.
Η επόμενη κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη όχι απλώς με τις προσδοκίες που δεν ικανοποίησε η περίοδος Μητσοτάκη, αλλά με αντικειμενικά αιτήματα ενός κοινωνικού σώματος που ένα σημαντικό τμήμα του τουλάχιστον βρίσκεται στο όριο της επιβίωσης. Ενώ η χώρα χρειάζεται πλέον ριζικές αλλαγές – στο παραγωγικό μοντέλο, στην ενέργεια, στις τράπεζες – είναι αμφίβολο εάν τα κόμματα που φιλοδοξούν να παίξουν ρόλο, διαφοροποιούνται από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο – πέρα φυσικά από την διαφθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Περιορίζονται σε υποσχέσεις για καλύτερη διαχείριση- αναδιανομή, ωσάν να εξαντλείται εκεί το πρόβλημα.
Οι πολίτες θα ζητήσουν τον λογαριασμό από τα κόμματα που βρεθούν στην επόμενη κυβέρνηση και που τώρα υπόσχονται πολλά. Ως γνωστόν οι ψηφοφόροι πότε δεν αναγνωρίζουν τις δικές τους ευθύνες (πχ για το διπλό “41 τακατό”) και φταίει πάντα το πολιτικό σύστημα στο σύνολο του γενικώς και αορίστως.
Η προοπτική για την χώρα γίνεται περισσότερο δυσοίωνη, καθώς ο κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος συνδέεται και ακολουθείται από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, δυσχεραίνοντας τις προγραμματικές συγκλίσεις και τον σχηματισμό κυβέρνησης την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Μητσοτάκης εναντίον όλων
Το σύστημα Μητσοτάκη βάλλει πλέον εναντίον της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο αντιμετωπίζει σαν βασικό αντίπαλο. Το εάν είναι και “βολικός” αντίπαλος μένει να αποδειχθεί. Η έντονη αντίδραση όμως στην αντισυμβατική κίνηση του Τσίπρα να ανέβει στην ΔΕΘ πριν τον πρωθυπουργό δείχνει ότι τον αντιμετωπίζει και σαν δυνάμει απειλή. Δευτερευόντως και κατά περιόδους και κατά θέμα το Μαξίμου στρέφεται κατά του ΠΑΣΟΚ, το οποίο όμως αντιμετωπίζει και σαν παρακολούθημα και πιθανό εταίρο. Ή τουλάχιστον ένα τμήμα του – πχ την Άννα Διαμαντοπούλου – ενισχύοντας έτσι τις φυγόκεντρες στο κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη.
Το σύστημα Μητσοτάκη όμως αντιμετωπίζει σαν την βασική απειλή το υπό ίδρυση κόμμα Σαμαρά. Ήδη προσαρμόζει την πολιτική του στην κριτική που ασκεί, ή που πιθανολογεί ότι θα του ασκήσει ο πρώην πρωθυπουργός – εξωτερικά θέματα, μεταναστευτικό, υποχώρηση από την δικαιωματιστική ατζέντα. Παρότι είναι σαφές ότι αυτή η προσαρμογή περιορίζεται στο επικοινωνιακό πεδίο και δεν αφορά βαθύτερες αλλαγές στην ασκούμενη πολιτική, είναι εμφανής η επιρροή.
Παράλληλα μαίνεται ένας υπόγειος και παρασκηνιακός εμφύλιος πόλεμος στην ευρύτερη Δεξιά, αλλά και στο εσωτερικό της ΝΔ. Η απομάκρυνση με ευθύνη του Κυριάκου, όταν ένιωθε παντοδύναμος, των δύο πρώην προέδρων και πρωθυπουργών, Αντώνη Σαμάρα και Κώστα Καραμανλή και η αποστασιοποίηση πλειάδας στελεχών, δημιουργούν συνθήκες οιωνεί διάσπασης, που θα γίνει και τυπική με την ανακοίνωση του κόμματος. Ήδη οι κραδασμοί είναι εμφανείς στον κομματικό μηχανισμό, όπου αρκετά από τα μικρομεσαία κομματικά στελέχη κινούνται ανάμεσα στην μητσοτακική ΝΔ και στο υπό ίδρυση κόμμα.
Ο Σαμαράς πάλι πέρα από την σκληρή και αποδομητική κριτική στον Μητσοτάκη και στην μεταλλαγμένη ΝΔ επιτίθεται στον Τσίπρα, εμφανίζοντάς τους ως τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος εστιάζοντας στα κοινά σημεία της πολιτικής τους. Φυσικά θέλει να αποτρέψει μία πόλωση της πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από το δίδυμο Μητσοτάκης-Τσίπρας. Ο Τσίπρας, παρότι προκλήθηκε από τον Σαμαρά, δεν απάντησε.
Όμως τόσο ο Τσίπρας όσο και ο Ανδρουλάκης εκ των πραγμάτων θα ασχοληθούν με τον Σαμαρά όταν θα κατέβει στο πεδίο. Άλλωστε Τσίπρας και Σαμαράς υπήρξαν εχθροί. Ο Σαμαράς θεωρεί ότι ο Τσίπρας τον έριξε από την κυβέρνηση το 2015. Από την πλευρά του, παρότι αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την ηγεσία της ΝΔ, οργάνωσε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο – σε συνεργασία με το ακραίο κέντρο – δίνοντας την εξουσία στον Μητσοτάκη.
Οι αντιθέσεις της Κεντροαριστεράς
Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα διεκδικεί την πρώτη θέση στην κεντροαριστερά. Παράλληλα όμως με την αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη επιτίθεται και στο ΠΑΣΟΚ. Η θέση του για κόμμα υποθηκευμένο στις τράπεζες και η απάντηση του ΠΑΣΟΚ ότι «τον συντηρεί η διαπλοκή» μετέτρεψε την αντιπαλότητα σε έχθρα. Εκ των πραγμάτων έχει ανοιχτό μέτωπο με τον Ανδρουλάκη, με τον οποίο αλιεύουν από την ίδια ευρύτερη δεξαμενή.
Στην εξίσωση αυτή μπαίνουν και τα μικρότερα κόμματα του χώρου ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, Μέρα 25 που πλέον αντιμετωπίζουν κριτικά έως εχθρικά και το ΠΑΣΟΚ και ακόμη περισσότερο την ΕΛΑΣ. Η ένταση θα αυξηθεί, καθώς η δική τους κοινοβουλευτική επιβίωση συναρτάται με τα περιθώρια που θα αφήσουν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα και κυρίως η ΕΛΑΣ. Η αντιπαλότητα εντείνεται από τα απωθημένα των πρώην συντρόφων.
Στην όλη πολιτική εξίσωση – αλλά από την άλλη πλευρά, στον χώρο της Δεξιάς – αργά ή γρήγορα θα μπει και ο Κυριάκος Βελόπουλος, καθώς είναι βέβαιο ότι η ενίσχυση του λόγω των απωλειών της ΝΔ, θα αντιστραφεί με την εμφάνιση του κόμματος Σαμαρά. Με τον Μητσοτάκη τον ενώνει πλέον ο κοινός εχθρός, όσο και αν αμφότεροι διαβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει περίπτωση συνεργασίας τους για κυβέρνηση.
Η Ελπίδα για την Δημοκρατία, της Μαρίας Καρυστιανού, κινείται αλλοπρόσαλλα και φθίνει ως αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτικότητας και της μανίας καταδίωξης της αρχηγού του. Προς το παρόν πάντως, ενώ ξεκίνησε με την υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ – απέναντι στην κυβέρνηση που έχει την ευθύνη για το δυστύχημα των Τεμπών και την συγκάλυψη – κινείται στο δεξιό φάσμα του πολιτικού συστήματος και δείχνει ότι αντιμετωπίζει σαν βασικό αντίπαλο τον Τσίπρα.
Διπλές εκλογές για κυβέρνηση
Μέσα σε αυτόν τον κατακερματισμό είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ποιος μπορεί να συνεργαστεί με ποιον. Σε μία ομαλή πολιτική περίοδο θα μπορούσε να είναι μία άσκηση συσχετισμών μεταξύ συγγενών πολιτικών δυνάμεων για την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ωστόσο τα συσσωρευμένα προβλήματα – από την παραγωγική υστέρηση της οικονομίας, και την ακρίβεια που πλέον εξαγριώνει κοινωνικά στρώματα, μέχρι τον ενδοτισμό στα ελληνοτουρκικά, την πρωτοφανούς έκτασης διαφθορά, την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους που εντείνει το δημογραφικό πρόβλημα και την πλήρη απαξίωση του θεσμικού πλαισίου της Δημοκρατίας – κάνει το σταυρόλεξο του σχηματισμού κυβέρνησης ακόμη πιο δύσκολο.
Πέρα από άσκηση αριθμητικής θα πρέπει να υπάρξουν προσεγγίσεις στο προγραμματικό πλαίσιο των κομμάτων που θα συνεργαστούν. Το κομβικό πρόβλημα είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τον οποίο δεν συνεργάζεται κανείς για σχηματισμό κυβέρνησης. Σε μία ανώμαλη πολιτική εξέλιξη μπορεί να συνεργαστεί μαζί του ένα τμήμα του ΠΑΣΟΚ, υπό την Διαμαντοπούλου και η Ελληνική Λύση – θα “θυσιαστούν” για να μην μείνει η χώρα ακυβέρνητη. Τα έχουμε δει και στο παρελθόν…
Ο Σαμαράς όπως θύμισε πρόσφατα είναι ο μόνος που υπήρξε πρωθυπουργός τρικομματικής κυβέρνησης, θα μπορούσε να το επαναλάβει, εφόσον το κόμμα του αποσπάσει ένα σημαντικό ποσοστό. Αλλά σε κάθε περίπτωση με μία ΝΔ δίχως τον Κυριάκο και υπό διαδικασία ανασυγκρότησης και “απομητσοτακοποίησης”.
Η ΕΛΑΣ εκ των πραγμάτων μπορεί να συνεργαστεί μόνο με το τμήμα εκείνο του ΠΑΣΟΚ – πχ που εκφράζει ο Χάρης Δούκας – και ο ΣΥΡΙΖΑ ή ένα αριστερό σχήμα υπό κοινό ψηφοδέλτιο, εάν τελικά μπει στην Βουλή, στο πλαίσιο «προγραμματικής συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων».
Ωστόσο – εάν οι δημοσκοπήσεις αντανακλούν έστω και λίγο τις τάσεις του εκλογικού σώματος για τον σχηματισμό κυβέρνησης – θα χρειαστούν περισσότερα από δύο κόμματα. Το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρξει δεύτερη εκλογική αναμέτρηση στην οποία το εκλογικό σώμα θα δώσει την λύση, ενισχύοντας τα τρία ή τέσσερα κόμματα που στην συνέχεια θα συνεργαστούν εξ ανάγκης.





