Η ηγεμονία της μετριότητας – Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να εκφράσει την Αλλαγή
01/09/2026
Η πολιτική πραγματικότητα στη σημερινή Ελλάδα κυριαρχείται από ένα παράδοξο. Το 97% των πολιτών θεωρεί ότι κυριαρχεί η διαφθορά. Στις ευρωεκλογές του 2024 σχεδόν έξι στους δέκα πολίτες απείχαν. Μια κοινωνία απορρίπτει σε συντριπτικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα και, ταυτόχρονα, ένα τεράστιο μέρος της αποσύρεται από τη διαδικασία μέσα από την οποία θα μπορούσε να επιχειρήσει την αλλαγή του.
Η κοινωνία αμφισβητεί αυτούς που ασκούν την εξουσία και συγχρόνως αμφιβάλλει για την ίδια τη δυνατότητα αλλαγής του συστήματος που τους παράγει. Το σύστημα απορρίπτεται αλλά αναπαράγεται, καταγγέλλεται αλλά επιβιώνει, χάνει τη νομιμοποίησή του χωρίς να χάνει την κυριαρχία του. Η δυσαρέσκεια, αντί να δημιουργεί κίνηση, μετατρέπεται σε απόσυρση.
Η ηγεμονία, με βάση τη θεώρηση του Γκράμσι, δεν είναι απλώς η κατοχή της εξουσίας. Είναι η δυνατότητα μιας τάξης πραγμάτων να μετατρέψει τη δική της λογική σε κοινή λογική της κοινωνίας, έτσι ώστε εκείνο που αποτελεί προϊόν συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας να εμφανίζεται ως φυσική και, τελικά, αναπόφευκτη κατάσταση των πραγμάτων.
Στην Ελλάδα η μετριότητα έχει επιβληθεί σαν να ήταν αυτή η κανονικότητα. Όχι επειδή η ελληνική κοινωνία έπαψε να παράγει ικανούς ανθρώπους, αλλά επειδή το σύστημα μέσα από το οποίο κατανέμονται η εξουσία, η θέση και η επιρροή ευνοεί τον τύπο του ανθρώπου που γνωρίζει να προσαρμόζεται στο σύστημα, να εντάσσεται στους μηχανισμούς του, να αναγνωρίζει τα όριά τους και να μετατρέπει την εξάρτησή του από αυτούς σε όρο της προσωπικής του εξέλιξης.
Δεν χρειάζεται κανείς να αποφασίσει την κυριαρχία της μετριότητας. Αρκεί ο μηχανισμός να επαναλαμβάνει τις επιλογές που εξασφαλίζουν τη δική του συνέχεια. Σταδιακά, η επιλογή γίνεται δομή, η δομή γίνεται κουλτούρα και η κουλτούρα εγκαθίσταται ως κοινή αντίληψη της κανονικότητας. Η μετριότητα επιβάλλεται όταν βιώνεται ως πραγματικότητα χωρίς εναλλακτική.
Η παρακμή σαν κανονικότητα
Αυτό που ο Παναγιώτης Κονδύλης ονόμασε καχεξία του αστικού στοιχείου δεν περιγράφει απλώς την αδυναμία μιας κοινωνικής τάξης. Περιγράφει το ιστορικό κενό που άφησε πίσω της η ατελής συγκρότηση ενός ολόκληρου τρόπου κοινωνικής ύπαρξης. Η νεωτερικότητα εγκαταστάθηκε πάνω σε προνεωτερικές σχέσεις προσωπικής εξάρτησης και, αντί να τις εξαφανίσει, τις μετασχημάτισε.
Η πατριαρχική προστασία πέρασε στην πολιτική ως πελατειακή σχέση. Το κόμμα εγκαταστάθηκε ανάμεσα στον πολίτη και στο κράτος, ο πολιτικός ανάμεσα στον πολίτη και στον νόμο. Η υπακοή απέκτησε την προστασία ως αντιπαροχή και η πρόσβαση στον απρόσωπο θεσμό συνέχισε να πραγματοποιείται μέσα από προσωπικά δίκτυα. Όταν ήλθε η μαζική δημοκρατία, ο πελατειασμός δεν εξαφανίστηκε, μαζικοποιήθηκε. Η απαίτηση της ομάδας μπορούσε πλέον να εμφανίζεται σαν δικαίωμα και η εξυπηρέτηση σαν κοινωνική πολιτική.
Η παρακμή επιβάλλεται σαν κανονικότητα όταν παύει να υπάρχει η εσωτερική ένταση που θα μπορούσε να την ανατρέψει. Όταν ο πολίτης γνωρίζει ότι το κόμμα υπόσχεται όσα αδυνατεί να πραγματοποιήσει, το κόμμα γνωρίζει ότι ο πολίτης γνωρίζει, και παρ’ όλα αυτά η σχέση συνεχίζεται επειδή και οι δύο πλευρές προσδοκούν να αποκομίσουν κάτι από αυτήν. Η παθογένεια έχει πλέον μετατραπεί σε θεσμό. Δεν έχουμε μια κοινωνία που αποκλίνει από τον τρόπο με τον οποίο υποτίθεται ότι λειτουργεί, αλλά μια κοινωνία της οποίας η πραγματική λειτουργία εδράζεται στην απόκλιση.
Η ασημαντότητα σαν ηγεσία
Σε καμία κοινωνία δεν μπορεί να καταστεί η παρακμή κανονικότητα όσο εξακολουθεί να παράγει σημασίες αρκετά ισχυρές ώστε να την καλούν να υπερβεί την αποσάθρωση. Μια κοινωνία, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, δεν είναι απλώς θεσμοί, παραγωγή, κατανάλωση και κανόνες. Είναι η αδιάκοπη δημιουργία ενός κόσμου σημασιών μέσα στον οποίο αποκτά νόημα ό,τι αξίζει να επιδιωχθεί, να δημιουργηθεί και, τελικά, να βιωθεί.
Σήμερα, η κοινωνία εξακολουθεί να λειτουργεί, να παράγει, να καταναλώνει, να επικοινωνεί, να εκλέγει κυβερνήσεις και να αναπαράγει τους θεσμούς της. Εκείνο που υποχωρεί είναι η δημιουργική της δύναμη, η δυνατότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο της τον εαυτό και να δημιουργήσει κάτι που ακόμα δεν υπάρχει.
Η πολιτική εξακολουθεί να υπάρχει ως επάγγελμα, ως επικοινωνία, ως εκλογικός ανταγωνισμός και ως τεχνική διαχείρισης της εξουσίας, ενώ εξασθενεί ως δυνατότητα συλλογικής δημιουργίας. Ο πολιτικός μαθαίνει να κινείται μέσα στο ήδη διαμορφωμένο πεδίο. Η δημοσκόπηση του υποδεικνύει τι μπορεί να ειπωθεί, ο μηχανισμός ποιος μπορεί να αναδειχθεί, ο υπάρχων συσχετισμός τι θεωρείται εφικτό. Η προσαρμογή στους συσχετισμούς ονομάζεται ρεαλισμός, ενώ η δυνατότητα να μεταβληθούν οι συσχετισμοί απομακρύνεται από τον ορίζοντα της πολιτικής.
Μια κοινωνία που χάνει την ικανότητα να δημιουργεί νέες συλλογικές σημασίες παύει σταδιακά να απαιτεί και ηγεσίες ικανές να τις δημιουργήσουν. Αναζητεί ανθρώπους που γνωρίζουν να διαχειρίζονται την παρακμή που έχει επιβληθεί σαν να ήταν κανονικότητα και αυτοί, με τη σειρά τους, αναπαράγουν μια κοινωνία η οποία θεωρεί ολοένα περισσότερο το υπάρχον ως το μοναδικό δυνατό. Η ασημαντότητα παύει να αποτελεί σύμπτωμα της πολιτικής και γίνεται ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική αναπαράγει τον εαυτό της.
Το κράτος ως παράδειγμα
Το κράτος δεν οργανώνει μόνο θεσμούς, αρμοδιότητες και θέσεις εξουσίας. Διαμορφώνει και τον ανθρώπινο τύπο που μπορεί να κινηθεί μέσα σε αυτούς. Μέσα από όσα επιβραβεύει, όσα ανέχεται και όσα αποκλείει, δημιουργεί πρότυπα συμπεριφοράς και καθορίζει στην πράξη ποια χαρακτηριστικά οδηγούν στην άνοδο και ποια αποτελούν εμπόδιο. Ο τρόπος λειτουργίας του κράτους μετατρέπεται σταδιακά σε τρόπο λειτουργίας της ίδιας της κοινωνίας.
Η πελατειακή σχέση έχει βαθύτερη σημασία από το ρουσφέτι. Από τη στιγμή που η σχέση με τον απρόσωπο θεσμό περνά μέσα από το πρόσωπο, η εξάρτηση εισέρχεται στον ίδιο τον μηχανισμό επιλογής. Η θέση που αποκτάται χάρη στον μηχανισμό δημιουργεί υποχρέωση προς τον μηχανισμό και η υποχρέωση, επειδή αποτελεί όρο της προσωπικής ανόδου, μετατρέπεται σταδιακά σε φυσική κατάσταση.
Κάθε βαθμίδα επιλέγει την επόμενη με κριτήριο τη συμβατότητα προς τη δική της ύπαρξη και, ύστερα από αρκετούς κύκλους, η διαδικασία αυτονομείται. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι υπουργοί αντικαθίστανται, οι οργανισμοί αναδιοργανώνονται, και ο ίδιος ανθρώπινος τύπος αναδύεται ξανά μέσα από τις καινούργιες δομές. Η μετριότητα έχει έχει μετατρέψει το κράτος σε μηχανισμό αναπαραγωγής της.
Το ΠΑΣΟΚ ως μηχανισμός
Το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε με αποστολή την Αλλαγή. Σήμερα, αδυνατεί όχι μόνο να την εκπροσωπήσει, αλλά ούτε καν να την εκφράσει. Γιατί; Στο ΠΑΣΟΚ η κουλτούρα της μετριότητας εμφανίζεται σήμερα στην καθαρότερη πολιτική της μορφή. Κομματικοί μηχανισμοί υπήρχαν πάντοτε. Υπήρχε όμως ένας σκοπός στην ύπαρξή τους. Για να διανεμηθεί η εξουσία έπρεπε προηγουμένως να κατακτηθεί. Πίσω από τις συγκρούσεις των μηχανισμών, επικρατούσε ένα βασικό ερώτημα. Με ποιον μπορεί να κερδίσει το κόμμα;
Σήμερα, το φαινομενικό παράδοξο είναι ότι ένας οργανισμός που υπάρχει για να διευρύνει την πολιτική του δύναμη, καταλήγει να παράγει επιλογές που περιορίζουν αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα. Από τη στιγμή που ο μηχανισμός αποκτά δική του αυθυπόσταση, παύει να υπάρχει αποκλειστικά ως μέσο για την επίτευξη των σκοπών του κόμματος και αρχίζει να λειτουργεί για τη δική του αναπαραγωγή. Συνίσταται από ανθρώπους των οποίων η πολιτική ύπαρξη εξαρτάται από τον μηχανισμό, εσωτερικές ιεραρχίες και δυνατότητα αναπαραγωγής, με βάση το συμφέρον μόνο του μηχανισμού.
Ένα ΠΑΣΟΚ του 10%, απολύτως ελεγχόμενο, μπορεί τότε να είναι προτιμότερο από ένα ΠΑΣΟΚ του 20% ή του 25%, αν η κοινωνική δυναμική που απαιτείται για να δημιουργηθεί το δεύτερο γεννά συγχρόνως μια ηγεσία ικανή να αυτονομηθεί από τον μηχανισμό. Αυτό που αποτελεί αποτυχία για το κόμμα μπορεί επομένως να αποτελεί όρο επιβίωσης για τον μηχανισμό, επειδή ο σκοπός του ενός και ο σκοπός του άλλου έχουν πάψει να συμπίπτουν.
Το μέσο έχει αντιστρέψει τη σχέση του με τον σκοπό του. Το κόμμα δημιούργησε τον μηχανισμό για να κατακτήσει την πολιτική εξουσία και ο μηχανισμός χρησιμοποιεί πλέον το κόμμα για να αναπαράγει τη δική του. Με αποτέλεσμα να καταλήγουμε στο σημερινό ελληνικό παράδοξο. Μια κοινωνία που θεωρεί σε συντριπτικό βαθμό ότι κυριαρχεί η διαφθορά και της οποίας σχεδόν έξι στους δέκα πολίτες απείχαν από τις τελευταίες ευρωεκλογές, δεν δηλώνει απλώς απογοητευμένη από τους πολιτικούς της. Δηλώνει ότι έχει αρχίσει να αμφιβάλλει για τη δυνατότητά της να παράγει μια διαφορετική πολιτική πραγματικότητα.
Η ηγεμονία της μετριότητας ολοκληρώνεται όταν το υπάρχον, έχοντας χάσει την ικανότητα να πείθει, εξακολουθεί να κυριαρχεί επειδή η κοινωνία έχει χάσει την πεποίθηση ότι μπορεί να δημιουργήσει το νέο.





