ΑΝΑΛΥΣΗ

Από την αθηναϊκή Ριβιέρα στα Χανιά – Μήπως ο τουρισμός έφτασε στα όριά του;

Από την αθηναϊκή Ριβιέρα στα Χανιά – Μήπως ο τουρισμός έφτασε στα όριά του; Κωνσταντίνος Τσινταράκης
EPA/MARTA PEREZ

Η Ελλάδα κερδίζει περισσότερα από τον τουρισμό. Το ερώτημα είναι αν οι Έλληνες κερδίζουν αναλόγως – και αν μπορούμε να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε πουλώντας κυρίως διαμονή, εστίαση και ακίνητα. ​Μήπως ένα αναπτυξιακό μοντέλο μπορεί να είναι επιτυχημένο στους αριθμούς και ταυτόχρονα να αρχίζει να εξαντλεί τα κοινωνικά και παραγωγικά του όρια;

Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο. Ο τουρισμός υπήρξε και παραμένει σημαντικός τομέας για την ελληνική οικονομία. Φέρνει συνάλλαγμα, δημιουργεί θέσεις εργασίας, κινητοποιεί επενδύσεις και στηρίζει δεκάδες άλλους κλάδους. Τα οριστικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δίνουν 23,627 δισ. ευρώ για το 2025, δηλαδή αύξηση 9,4% από το προηγούμενο έτος και αύξηση εισερχόμενων ταξιδιωτών κατά 6,4%.

Ωστόσο, η αύξηση της τουριστικής προσέλευσης δεν αποτελεί κάποιο “ελληνικό θαύμα”, ούτε αποκλειστική επιτυχία μιας κυβέρνησης ή ενός υπουργού. Πρόκειται για ένα ευρύτερο διεθνές κύμα που σαρώνει ολόκληρη τη Μεσόγειο. Αντίστοιχα ή και μεγαλύτερα ρεκόρ καταγράφονται στην Ισπανία, την Ιταλία, ακόμα και την Τουρκία.

 

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μηδενίζουμε έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα. Υπάρχει όμως κάθε λόγος να αναρωτηθούμε αν το “περισσότερο”, εξακολουθεί να σημαίνει πάντοτε και “καλύτερο”.

Από τον ιδιοκτήτη στον υπάλληλο

Στα πρώτα στάδια της Βιομηχανικής Επανάστασης, πολλοί ανεξάρτητοι τεχνίτες και μικροί παραγωγοί έχασαν σταδιακά την οικονομική τους αυτονομία. Τα μικρά εργαστήρια υποχώρησαν μπροστά στο εργοστασιακό σύστημα και τα μέσα παραγωγής συγκεντρώθηκαν σε επιχειρήσεις που απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια. Ο άνθρωπος που διέθετε τα εργαλεία του και έλεγχε σε σημαντικό βαθμό τη δουλειά του έγινε μισθωτός.

Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, μήπως ζούμε σήμερα μια διαφορετική μορφή “υπαλληλοποίησης”; Ο νέος Έλληνας εργάζεται, αλλά δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να αποκτήσει περιουσία. Να αγοράσει ένα σπίτι, ένα κομμάτι γης, έναν επαγγελματικό χώρο ή να δημιουργήσει μια μικρή επιχείρηση. Απέναντί του βρίσκονται εταιρείες, funds, ξένοι επενδυτές και κεφάλαια που ο μέσος μισθωτός δεν μπορεί να ανταγωνιστεί.

Οι τιμές των κατοικιών ανεβαίνουν ταχύτερα από τα εισοδήματα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ήδη ότι η προσιτότητα της κατοικίας στην Ελλάδα έχει επιδεινωθεί. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: ο τόπος γίνεται ακριβότερος, αλλά ο κάτοικός του δυσκολεύεται περισσότερο να αποκτήσει ένα κομμάτι του.

​Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν. Πάντα υπήρχαν κοινωνικές διαφορές. Άλλος πήγαινε για μπάνιο στη Λούτσα και άλλος στη Βουλιαγμένη. Μόνο που τότε η διαφορά αφορούσε τον τρόπο ζωής. Σήμερα αφορά την ίδια τη δυνατότητα εγκατάστασης και ιδιοκτησίας. Αυτή η πίεση δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, γι’ αυτό και βλέπουμε πλέον τις τοπικές κοινωνίες στη Νότια Ευρώπη να αντιδρούν. Στην Ισπανία και την Ιταλία, χιλιάδες πολίτες βγαίνουν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού στην καθημερινότητά τους, στα ενοίκια και στον δημόσιο χώρο.

Τουρισμός: Τί συμβαίνει στα Χανιά

Στα Χανιά, όπου ζω, η ίδια μεταβολή είναι ορατή. Ο τουρισμός έφερε χρήμα, ταυτόχρονα όμως έκανε τη γη και την κατοικία αβαστάχτες για τον ίδιο τον Χανιώτη. Κάποτε ο νέος προσπαθούσε να αγοράσει ένα σπίτι. Σήμερα όλο και συχνότερα προσπαθεί απλώς να βρει ένα σπίτι που να μπορεί να νοικιάσει.

Ποιος πληρώνει τις υποδομές; Ένας τόπος δεν μπορεί να αυξάνει διαρκώς τον πραγματικό πληθυσμό που εξυπηρετεί χωρίς να αυξάνει αντιστοίχως τις υποδομές του. Περισσότεροι επισκέπτες σημαίνουν περισσότερα αυτοκίνητα, κατανάλωση νερού, απορρίμματα, ανάγκες αποχέτευσης, αστυνόμευσης και υγειονομικής κάλυψης.

Όταν παράλληλα αυξάνεται και ο εργαζόμενος πληθυσμός, οι ανάγκες επεκτείνονται στα σχολεία, στα νοσοκομεία και στις δημόσιες υπηρεσίες. Το ξενοδοχείο είναι ιδιωτική επένδυση. Ο δρόμος που οδηγεί σε αυτό, το δίκτυο ύδρευσης, το νοσοκομείο και η καθαριότητα είναι δημόσια υπόθεση. Αυτό το κόστος πρέπει να μπει σοβαρά στον λογαριασμό της ανάπτυξης.

Η φθηνή εργασία δεν είναι αναπτυξιακή στρατηγική. Ο ελληνικός τουρισμός αντιμετωπίζει ελλείψεις προσωπικού και η χώρα χρησιμοποιεί θεσμοθετημένες διαδικασίες μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες. Όταν όμως ένας κλάδος δηλώνει ότι δεν βρίσκει εργαζομένους, η οικονομική θεωρία λέει ότι η έλλειψη προσφοράς πρέπει να οδηγήσει σε καλύτερες αποδοχές και συνθήκες. Εάν η μόνιμη απάντηση είναι η συνεχής διεύρυνση της προσφοράς φθηνότερης εργασίας από το εξωτερικό, η πίεση για αύξηση των μισθών εξαφανίζεται.

Δεν ευθύνονται οι ξένοι εργαζόμενοι για τους χαμηλούς ελληνικούς μισθούς. Είναι όμως ερώτημα αν είναι υγιές ένα παραγωγικό μοντέλο που, για να επεκταθεί, χρειάζεται διαρκώς περισσότερους εργαζομένους χαμηλών αμοιβών — ιδίως όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η μεγάλη παρουσία υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας κρατά καθηλωμένη την οικονομία.​

Μετανάστευση, νομιμότητα και ενσωμάτωση

Η οικονομική μετανάστευση, όταν γίνεται με όρους νομιμότητας και κανόνων, μπορεί να είναι χρήσιμη. Δεν είναι όμως απλή λογιστική πράξη. Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο εργατικά χέρια· κατοικούν, κάνουν οικογένειες, χρησιμοποιούν νοσοκομεία και σχολεία. Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός με την παράνομη μετανάστευση.

Μπορεί η ανεξέλεγκτη ή παράνομη είσοδος εργατικού δυναμικού να εξυπηρετεί πρόσκαιρα συγκεκριμένα επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα, συμπιέζοντας το κόστος εργασίας, αλλά συνολικά συνιστά σοβαρό πρόβλημα. Υπονομεύει τους κανόνες της αγοράς, εντείνει την αδήλωτη εργασία και δημιουργεί ορατούς κινδύνους για την κοινωνική συνοχή και την ασφάλεια.

Όταν μάλιστα οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονται από κοινωνίες με διαφορετική γλώσσα, κουλτούρα ή θρησκευτικές αντιλήψεις, η χώρα υποδοχής οφείλει να διασφαλίζει τη νομιμότητα και να ασκεί συγκροτημένη πολιτική ενσωμάτωσης. Η κοινωνική συνοχή είναι προϋπόθεση λειτουργίας μιας πολιτείας. Και η Ελλάδα δικαιούται να αποφασίζει όχι μόνο πόσους εργαζομένους χρειάζεται η οικονομία της, αλλά και με ποιους νόμιμους κανόνες μπορεί πραγματικά να τους ενσωματώσει.

Τουρισμός ναι, μονοκαλλιέργεια όχι

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι τουρισμός ή όχι. Φυσικά τουρισμός. Το ερώτημα είναι τι τουρισμός, πόσος τουρισμός και τι άλλο εκτός από τουρισμό. Η Ελλάδα χρειάζεται βιομηχανία, μεταποίηση, τεχνολογία, ενέργεια, σύγχρονη αγροδιατροφή και θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Δραστηριότητες όπου ο εργαζόμενος θα αμείβεται περισσότερο επειδή κάθε ώρα της εργασίας του παράγει μεγαλύτερη αξία.

 

Οι αφίξεις και η άνοδος του ΑΕΠ είναι θετικά στοιχεία, αλλά δεν αρκούν ως τελικός απολογισμός. Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας είναι αν αυξάνεται η παραγωγικότητα, αν οι πραγματικοί μισθοί ανεβαίνουν, αν η νέα γενιά μπορεί να αποκτήσει περιουσία και αν οι δημόσιες υποδομές αντέχουν.

Ο τουρισμός μάς βοήθησε να σταθούμε στα πόδια μας. Αρκεί να μην πιστέψουμε ότι μπορούμε να γίνουμε πραγματικά πλούσια χώρα μόνο σερβίροντας καφέ, νοικιάζοντας δωμάτια και πουλώντας τα ακίνητά μας. ​Γιατί τότε μπορεί κάποτε να ανακαλύψουμε ότι ο τόπος μας αξίζει πολύ περισσότερο – αλλά μας ανήκει πολύ λιγότερο.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx