Τα βραχιόλια, οι θυρίδες και η φορολόγηση των υπερπλουσίων
23/09/2026
Το να συζητάμε σε πολιτικό επίπεδο για την φορολόγηση του “υπερβολικού” πλούτου δεν αποτελεί υπερβολή. Ίσως να έχουμε καθυστερήσει. Ούτε βέβαια η συζήτηση πλέον αποτελεί μεμονωμένο στοιχείο προβληματισμού συγκεκριμένων ομάδων, κομμάτων ή θεσμών.
Η πρόσφατη κινητικότητα στο πλαίσιο των G20 με επίκεντρο την πρόταση για έναν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο 2% στους δισεκατομμυριούχους δεν υποκινείται από κάποιο δογματικό όραμα αναδιανομής, αλλά από καθαρά οικονομική αναγκαιότητα και ανάδειξη στοιχείων κοινωνικής και οικονομικής ισορροπίας.
Στην Ελλάδα μέχρι σήμερα η συζήτηση αναφορικά με την προσέγγιση του “υπερπλουτισμού” λανθασμένα αποδίδεται μόνον στην αριστερά, καθώς κανένας πολιτικός φορέας δεν “αγγίζει” το πρόβλημα σε βάθος. Πρόσφατα τέθηκε εκ νέου το θέμα με την νέα προγραμματική διατύπωση της ΕΛΑΣ. Σοβαρό ως θέμα.
Ας γίνεται γραφικός ο Αναπληρωτής του Τομέα Οικονομικών του ΕΛΑΣ κύριος Παππάς με την αναφορά του στην φορολόγηση του περιεχομένου των θυρίδων. Το πρόβλημα της συγκέντρωσης πλούτου αποτελεί πλέον σημαντικό πεδίο διεθνούς προβληματισμού. Προφανώς, δεν αντιμετωπίζεται με την αστεία προσέγγιση του κυρίου Παππά ή ακόμα με προσεγγίσεις τύπου τρολαρίσματος ορισμένων πολιτικών προσώπων άλλων πολιτικών χώρων.
Η διαχρονικά εύκολη επωδός όσων εκφράζουν τον προβληματισμό τους στην χώρα για το εντεινόμενο φαινόμενο υπερσυγκέντρωσης πλούτου είναι να φορολογηθούν οι εφοπλιστές. Χωρίς γενικότερο προβληματισμό ή κατάθεση θέσεων. Όσοι όμως στηρίζουν αυτή την άκαιρη διατύπωση ασκούν κριτική εκ του ασφαλούς ή δεν γνωρίζουν πως ακριβώς λειτουργεί η ναυτιλία ως βιομηχανία. Ειδικά στην χώρα μας ως παγκόσμιας δύναμης. Κυρίως όμως, δεν έχουν αντιληφθεί πως η συγκέντρωση υπερβολικού πλούτου αποτελεί ευρύτερο πρόβλημα οικονομικής και κοινωνικής συνέχειας.
Άγνοια και έλλειψη σοβαρότητας
Ο κύριος Παππάς – στα πλαίσια αφελούς προσέγγισης – αγνοώντας τα βασικά, επέλεξε να “κυνηγήσει” τον υπερβολικό πλούτο που “χωράει” σε μία …θυρίδα. Με μία δήλωση εκμηδένισε επί της ουσίας την βαρύτητα μίας σοβαρής συζήτησης. Η άγνοια του βέβαια ίσως πηγάζει από το γεγονός ότι ακόμα και ως Προέδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Δυτικής Ελλάδας, ουδεμία ενέργειά του θυμάμαι για την ανάδειξη γενικότερων πολιτικών θέσεων αλλά και των προβλημάτων της περιοχής. Ούτε μία θέση. Ούτε μία ουσιαστική ανάδειξη προτάσεων, πέρα από συνεχή παρουσία στα κοινωνικά δρώμενα. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξε να “εγκλωβίσει” την πολιτική του σκέψη για ένα τόσο σοβαρό θέμα σε μία… θυρίδα.
Το θέμα βέβαια αναφορικά με την αστοχία του κυρίου Παππά δεν άπτεται μονοδιάστατα της κριτικής για την ατυχή δήλωσή του. Η φορολόγηση του υπερβολικού πλούτου εμπίπτει δυναμικά πλέον στην σφαίρα της παγκόσμιας συζήτησης. Ο περιορισμός των ανισοτήτων στις ανεπτυγμένες κοινωνίες έχει αρχίσει έστω και καθυστερημένα να αναδεικνύεται ως πρωτεύων ζήτημα σε πολλά φόρα. Η συζήτηση στους G20 βασίζεται στην διαπίστωση ότι οι υπερ-πλούσιοι του πλανήτη δεν βιοπορίζονται από μισθούς, αλλά από την συσσώρευση κεφαλαίου, με μετοχής, ομόλογα, ενώ τα ακίνητά τους αυξάνουν σε αξία. Αξίες που ενισχύονται στα “χαρτιά” χωρίς να αναδεικνύονται ως “κέρδος”.
Με βάση αυτά τα στοιχεία περιουσίας δανείζονται (leverage) με αποτέλεσμα να εμφανίζουν ελάχιστα φορολογητέα εισοδήματα. Αυτούς ακριβώς αντιπροσωπεύουν εκείνοι για τους οποίους ο κύριος Πιερρακάκης θριαμβολογεί ότι αλλάζουν φορολογική κατοικία και εγκαθίστανται στην Ελλάδα. Είναι εκείνοι ακριβώς οι “υπερπλούσιοι” που “σόρταραν” τα ελληνικά ομόλογα την περίοδο της κρίσης και που σήμερα – σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο – θα προσφέρουν υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας με μηδενική φορολογική επιβάρυνση για τους ίδιους. Εκτός εάν με αυτό τον τρόπο πιστεύει ο κύριος Πιερρακάκης ότι θα μειωθεί το “επενδυτικό χάσμα” της χώρας σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η φορολόγηση του πλούτου δεν μπορεί να πειρμένει
Τα τελευταία χρόνια συντελείται μία νέα “ανακατανομή” και συσσώρευση κεφαλαίων και περιουσιών. Κατά συνέπεια, η συζήτηση για την φορολόγηση της περιουσίας των ομάδων της υπερσυγκέντρωσης πλούτου είναι επίκαιρη σήμερα παρά ποτέ και δεν είναι δυνατόν να αφήνει αδιάφορη την χώρα μας.
Η ελληνική Προεδρία θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μία αρχή. Θα μπορούσε για παράδειγμα να αναδείξει την θέσπιση ενός ευρωπαϊκού φόρου περιουσίας ως πρωτεύον θέμα στα πλαίσια Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας σύγκλισης στα πλαίσια ενός φορολογικού οικονομικού και κοινωνικού εξορθολογισμού των δεδομένων, αλλά και εύρεσης πόρων ως βάση μίας ποιο ουσιαστικής δημοσιονομικής σταθερότητας και σύγκλησης.
Οι συνθήκες επιβάλλουν γενναία μεταστροφή ως προς τον χειρισμό της φορολογικής πολιτικής Εθνικά και Ευρωπαϊκά. Η εγχώρια οικονομία, αλλά και η Ευρωπαϊκή δεν αντέχουν την αδράνεια. Η Ελληνική κυβέρνηση όμως επιλέγει ως δείγμα στρεβλής πολιτικής να “λοξοκοιτά” προς την κατεύθυνση των funds και εκείνων ακριβώς που θα έπρεπε να αποτελούν την νέα βάση φορολόγησης του υπερ – πλούτου. Την ίδια στιγμή που η ισορροπία του κοινωνικού ιστού διαταράσσεται επικίνδυνα.





