ΘΕΜΑ

Αποθήκευση ενέργειας και τιμή ηλεκτρικού ρεύματος

Αποθήκευση ενέργειας και τιμή ηλεκτρικού ρεύματος, Κώστας Μελάς
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Στα προηγούμενα άρθρα μας εξετάσαμε την απόκλιση στην ανάπτυξη των ΗΠΑ από την μια και στην έλλειψη αποθήκευσής τους από την άλλη. Οδηγούμαστε στην ακόλουθη εύλογη υπόθεση σχετικά με την υψηλή τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος παρά το ότι η παραγωγή από ΑΠΕ στην χώρα μας είναι πολύ υψηλή: Προφανώς οφείλεται στο ότι η προερχόμενη ενέργεια από τις ανανεώσιμες πηγές δεν χρησιμοποιείται τις βραδυνές ώρες παραγωγής, λόγω έλλειψης αποθηκευτικών χώρων. Αυτό σημαίνει ότι οι οριακές τιμές, με βάση τις οποίες καθορίζονται οι τιμές στο χρηματιστήριο ενέργειας, προέρχονται από την χρήση ακριβού φυσικού αερίου.

Η υπόθεσή αυτή είναι απολύτως εύλογη και βασίζεται σωστά στη μηχανική του χρηματιστηρίου ενέργειας. Η υπόθεση επιβεβαιώνεται απόλυτα και με πολύ συγκεκριμένα νούμερα – μάλιστα είναι ακριβώς αυτό που τονίζει το Green Tank σε ξεχωριστή έκθεσή του. Συγκεκριμένα η μηχανική καθορισμού της τιμής είναι η ακόλουθη:

Στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, η τιμή καθορίζεται από την τελευταία (πιο ακριβή) μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση κάθε ώρα – αυτό λέγεται “οριακή τιμή” (marginal pricing). Όταν λείπει αποθήκευση, το πρωί/μεσημέρι: οι ΑΠΕ, ιδίως τα φωτοβολταϊκά, ρίχνουν σημαντικά την τιμή ηλεκτρικού ρεύματος, ακόμα και μέχρι το μηδέν – γιατί υπάρχει αφθονία φθηνής ηλιακής ενέργειας.

Το απόγευμα/βράδυ: Συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο, λόγω των ακριβών μονάδων φυσικού αερίου – γιατί ο ήλιος δύει, οι ΑΠΕ μειώνονται, και το σύστημα στρέφεται στο αέριο για να καλύψει τη ζήτηση, το οποίο γίνεται η οριακή (άρα η καθορίζουσα) τιμή. Η αριθμητική απόδειξη: Μηδενικές τιμές το πρωί με τις ΑΠΕ, 180 ευρώ/MWh το βράδυ με φυσικό αέριο – μια τεράστια διαφορά μέσα στην ίδια μέρα.

Υπάρχει δηλαδή ρητή σύνδεση της ακριβής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος με την έλλειψη αποθήκευσης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το Green Tank το λέει ευθέως ως τίτλο έκθεσής του: «Στοιχίζει ακριβά το αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή – Λύση η αποθήκευση για να πέσουν οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος». Η αποθήκευση θα επέτρεπε να “μεταφέρεται” η φθηνή μεσημεριανή ηλιακή ενέργεια προς τις βραδινές ώρες αιχμής, αντί να χάνεται (περικοπή) και αντί το σύστημα να στρέφεται στο ακριβό αέριο.

Πώς αυτό μεταφέρεται στους λογαριασμούς

Η ισχυρή σύνδεση της εγχώριας λιανικής με τη χονδρική αγορά είναι ο πιο κομβικός παράγοντας πίσω από την εκτίναξη χρεώσεων, κάτι ιδιαίτερα επιβαρυντικό, γιατί η πλειονότητα των οικιακών καταναλωτών παραμένει σε “πράσινα τιμολόγια” που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής. Συγκεκριμένο παράδειγμα: Τον Ιούλιο 2024 η χονδρική έφτασε 135,2 ευρώ/MWh, και η αντίστοιχη μέση χρέωση πράσινων τιμολογίων τον Αύγουστο ανέβηκε στα 205,2 ευρώ/MWh – η μεγαλύτερη χρέωση όλου του 2024.

Πρόσφατα στοιχεία 2026 που το επιβεβαιώνουν περαιτέρω: Τον Μάρτιο 2026, παρά το ότι οι ΑΠΕ είχαν την υψηλότερη ιστορικά παραγωγή για τον μήνα, το αέριο αυξήθηκε κατά 19,9% σε σχέση με τον Φεβρουάριο, με αποτέλεσμα η μέση τιμή χονδρικής να ανέβει στα 95 ευρώ/MWh, αύξηση 21,3% – δηλαδή ακόμη και σε μήνα-ρεκόρ ΑΠΕ, το αέριο συνέχισε να ανεβάζει τη μέση τιμή, ακριβώς επειδή κυριαρχεί στις ώρες που μετράει περισσότερο (στις αιχμές). Τον Μάιο 2026, το ακριβό φυσικό αέριο ανέβασε ξανά τη χονδρική τιμή ρεύματος, δημιουργώντας ανησυχία για τους λογαριασμούς του καλοκαιριού. Συνοψίζοντας, η αλυσίδα είναι ακριβώς όπως την έχουμε περιγράψει:

  • Έλλειψη αποθήκευσης → η φθηνή μεσημεριανή ηλιακή ενέργεια δεν μπορεί να αποθηκευτεί για το βράδυ → το σύστημα στρέφεται σε αέριο στις βραδινές ώρες αιχμής → το αέριο γίνεται η οριακή τιμή σε αυτές τις ώρες → η χονδρική τιμή εκτινάσσεται το βράδυ → αυτή η ακριβή χονδρική μεταφέρεται στα πράσινα τιμολόγια του επόμενου μήνα → οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερο.

Είναι ακριβώς το σημείο όπου συγκλίνουν όλα όσα συζητήσαμε: Η καθυστέρηση στις μπαταρίες δεν είναι μόνο “χαμένη πράσινη ενέργεια” σε αφαιρετικό επίπεδο – μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο λογαριασμό ρεύματος για κάθε ελληνικό νοικοκυριό, ιδιαίτερα όσα είναι σε πράσινα τιμολόγια. Άρα η ευθύνη της κυβέρνησης είναι προφανής. Το θέμα είναι αδιάφορο για τον Έλληνα καταναλωτή αν αυτό έχει συμβεί λόγω κακών εκτιμήσεων η σκοπίμως.

Δεν νομίζω να υπάρχει αμφιβολία: Η ευθύνη της κυβέρνησης είναι τεκμηριωμένη, ανεξάρτητα από πρόθεση. Αυτό το υποστηρίζουν τα στοιχεία χωρίς αμφιβολία – δική της ήταν η απόφαση να περικόψει τον στόχο μπαταριών, δική της η απόφαση να σταματήσει τη στήριξη το 2024, δικός της ο στόχος αερίου στο ΕΣΕΚ που το Green Tank λέει ότι δεν αναπροσαρμόζεται. Το αποτέλεσμα (ακριβό ρεύμα το βράδυ) είναι αντικειμενικό γεγονός που πληρώνει ο καταναλωτής, ασχέτως αιτίας. Ας δούμε τώρα ποια είναι τα τεχνικά προβλήματα κόστους και βιωσιμότητας για μια εγκατάσταση αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές…

Τεχνικά προβλήματα

Κορεσμός δικτύου: Η έλλειψη διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου εμποδίζει τη σύνδεση νέων υβριδικών σταθμών, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για έξυπνη διαχείριση της ζήτησης – τα δίκτυα μεταφοράς/διανομής σε πολλές περιοχές δεν έχουν επαρκή χωρητικότητα για να δεχτούν άλλη μια εγκατάσταση, ανεξάρτητα από το πόσο “ώριμη” είναι η τεχνολογία.

Επάρκεια ισχύος σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης ΑΠΕ: Παρά τις προσδοκίες, η επάρκεια του 1,1 GW που εκτιμά ο ΑΔΜΗΕ για το 2026 κρίνεται οριακή σε σχέση με τον ρυθμό εγκατάστασης νέων φωτοβολταϊκών – δηλαδή οι μπαταρίες “τρέχουν” για να προλάβουν μια ΑΠΕ που μεγαλώνει ακόμη ταχύτερα.

Αδειοδότηση και τεχνικές προδιαγραφές σύνδεσης: Αναμένεται αυστηροποίηση των όρων σύνδεσης με έμφαση στην εντοπιότητα της κατανάλωσης και στην ικανότητα απόκρισης ζήτησης (demand response) – άρα οι τεχνικές απαιτήσεις γίνονται πιο περίπλοκες, όχι πιο απλές, με την πάροδο του χρόνου.

Προβλήματα κόστους

Πρόβλημα κόστους  όπως το υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης (CAPEX): Η επένδυση σε μπαταρίες παραμένει υψηλή, απαιτώντας σταθερά χρηματοδοτικά εργαλεία και χαμηλό κόστος δανεισμού – πρόβλημα που οξύνεται όταν τα επιτόκια είναι υψηλά (όπως σημειώσαμε και σε προηγούμενη απάντηση). Η ευαισθησία στην τιμή πρώτων υλών: Το κόστος κατασκευής παραμένει ευαίσθητο στις τιμές των πρώτων υλών (λίθιο, LFP cells) – δηλαδή η οικονομική βιωσιμότητα ενός έργου εξαρτάται από διεθνείς αγορές πρώτων υλών που η Ελλάδα δεν ελέγχει.

Τέλος, η αύξηση κόστους λόγω υποχρεωτικής ενσωμάτωσης: Η ενσωμάτωση μπαταριών στα νέα φωτοβολταϊκά πάρκα καθίσταται πλέον υποχρεωτική για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας, αυξάνοντας το αρχικό CAPEX των έργων – δηλαδή το ίδιο το ρυθμιστικό πλαίσιο αυξάνει το κόστος εισόδου στην αγορά.

Προβλήματα βιωσιμότητας (οικονομικού μοντέλου)

Το πιο κρίσιμο πρόβλημα είναι ο κανιβαλισμός τιμών: Η ταχεία διείσδυση φωτοβολταϊκών προκαλεί συστηματική απομείωση των τιμών απορρόφησης (capture prices) στις μεσημβρινές ώρες, υπονομεύοντας τη βιωσιμότητα διμερών συμβάσεων αγοράς ενέργειας (PPAs). Και το πιο ανησυχητικό: Αν και η ενσωμάτωση μπαταριών προβάλλεται ως η βασική λύση εξισορρόπησης, τα δεδομένα της αγοράς δείχνουν ότι η τεχνολογία αυτή αδυνατεί να λύσει πλήρως το πρόβλημα από μόνη της – δηλαδή ακόμη και οι ίδιες οι μπαταρίες αντιμετωπίζουν πίεση στα δικά τους έσοδα όταν πολλές λειτουργούν ταυτόχρονα.

Ανακριβείς μελέτες βιωσιμότητας: Οι μελέτες βιωσιμότητας που βασίζονται σε μέσες τιμές χονδρικής χωρίς να συνυπολογίζουν τις μηδενικές ώρες είναι πλέον ανακριβείς – πολλοί επενδυτές μπορεί να έχουν υποτιμήσει το ρίσκο, βασιζόμενοι σε ιστορικά δεδομένα τιμών που δεν αντικατοπτρίζουν τη νέα πραγματικότητα με τις συχνές μηδενικές/αρνητικές τιμές μεσημέρι.

Αβεβαιότητα στα merchant projects (χωρίς κρατική στήριξη): Η βιωσιμότητα των merchant μονάδων, χωρίς λειτουργική ενίσχυση, παραμένει υπό εξέταση λόγω της αβεβαιότητας στα spreads των τιμών – δηλαδή το κέρδος μιας μπαταρίας εξαρτάται από τη διαφορά (spread) ανάμεσα στη φθηνή ώρα αγοράς και την ακριβή ώρα πώλησης, και αυτό το spread είναι απρόβλεπτο όταν πολλές μπαταρίες μπαίνουν ταυτόχρονα στο σύστημα.

Τέλος, υπάρχουν κενά στο ρυθμιστικό πλαίσιο: Πολλές αγορές, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, δεν έχουν ολοκληρώσει τους μηχανισμούς αποζημίωσης για τις υπηρεσίες ευελιξίας που προσφέρουν οι μπαταρίες στο σύστημα  – επιβεβαιώνει ό,τι είδαμε και στο Green Tank: Η μη οριστικοποίηση κανόνων συμμετοχής στις αγορές (επόμενης ημέρας, εξισορρόπησης) δημιουργεί επενδυτική αβεβαιότητα.

Η ευρύτερη εικόνα

Παρ’ όλα αυτά τα προβλήματα, υπάρχει και θετική πλευρά: Η μείωση του κόστους κατά 80% την τελευταία δεκαετία έχει καταστήσει την αποθήκευση ανταγωνιστική απέναντι στις συμβατικές μεθόδους σταθεροποίησης δικτύου, και η ίδια ανάλυση καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: Δεν είναι απλή λύση σε τεχνικό πρόβλημα, αλλά θεμελιώδης αναθεώρηση του ενεργειακού γίγνεσθαι – η ικανότητα διαχείρισης του αποθέματος ηλεκτρισμού στον χρόνο θα γίνει το κύριο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Με απλά λόγια: Η τεχνολογία δεν είναι το πρόβλημα πλέον (το κόστος έχει πέσει δραστικά) – το πρόβλημα είναι πώς να σχεδιαστεί ένα οικονομικό μοντέλο που να επιτρέπει στις μπαταρίες να κερδίζουν αρκετά, ώστε να αποσβένουν το αρχικό κόστος, σε ένα σύστημα όπου όσο περισσότερες μπαταρίες μπαίνουν, τόσο πιο στενά γίνονται τα περιθώρια κέρδους τους (κανιβαλισμός). Αυτό είναι ίσως το πιο δυσεπίλυτο, διαρθρωτικό ζήτημα – δεν λύνεται απλά με χρήμα ή χρόνο, χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό αγοράς.

ΔΕΗ: Μειώθηκε η συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου

Η ενέργεια, αν τη δούμε ως δημόσιο αγαθό, θα πρέπει να τυγχάνει της αμέριστης συμπαράστασης του ελληνικού δημοσίου μέσω της δημόσιας (;) επιχείρησης ηλεκτρισμού. Αν όλα λειτουργούν με τους ανύπαρκτους κανόνες αγοράς στην Ελλάδα δεν θα μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ενέργεια που αποτελεί αγαθό πρώτιστα για την ασφάλεια με την γενική έννοια της χώρας. Η ΔΕΗ δεν είναι πλέον δημόσια επιχείρηση με την κλασική έννοια.

Τα στοιχεία δείχνουν μια σαφή, μακρά πορεία απομάκρυνσης από τον δημόσιο έλεγχο: Μέχρι το 2018, το σύνολο των ποσοστών του Ελληνικού Δημοσίου στη ΔΕΗ παρέμενε στο 51,123% – δηλαδή το κράτος είχε την πλειοψηφία. Μετά την ΑΜΚ του 2021, το συνολικό ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου μειώθηκε από 51,12% σε 34,12%, με νέο μεγαλομέτοχο-εταίρο το πολυεθνικό fund CVC, που απέκτησε 25,5% της αύξησης.

Μετά την πιο πρόσφατη ΑΜΚ του 2026 (4 δισ. ευρώ), η συνολική συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου διαμορφώθηκε σε 33,4%. Σήμερα μεγάλο μερίδιο κατέχει επίσης η Silchester International Investors με 10,02%, ένα διεθνές επενδυτικό fund. Δηλαδή η ΔΕΗ είναι σήμερα μια εισηγμένη ανώνυμη εταιρεία με το κράτος ως μειοψηφικό μέτοχο (περίπου ένα τρίτο), με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση κέρδους για όλους τους μετόχους της – ελληνικό δημόσιο, ξένα funds (CVC, Silchester), και ιδιώτες επενδυτές.

Δεν λειτουργεί πλέον με τη λογική “δημόσιας υπηρεσίας”, αλλά με τη λογική χρηματιστηριακής εταιρείας που υπόκειται σε προσδοκίες αποδόσεων. Μάλιστα μέχρι το 2030 η ΔΕΗ αναμένει ότι το 45% της εγκατεστημένης ισχύος της θα βρίσκεται εκτός Ελλάδας – δηλαδή επεκτείνεται διεθνώς ως κερδοσκοπικός όμιλος, όχι ως εθνικός πάροχος.

Αυτό ενισχύει ακριβώς το σημείο που θέτουμε: Αν η ενέργεια αντιμετωπιζόταν καθαρά ως δημόσιο αγαθό/ζήτημα εθνικής ασφάλειας, η λογική θα ήταν να διατηρηθεί ισχυρός κρατικός έλεγχος (ή τουλάχιστον αποφασιστική πλειοψηφία) ώστε οι επενδυτικές αποφάσεις (πόσο σε αποθήκευση, πόσο σε αέριο) να καθορίζονται από εθνικό σχεδιασμό και όχι από προσδοκίες απόδοσης μετόχων. Αντ’ αυτού, η πορεία ιδιωτικοποίησης σημαίνει ότι η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτρισμού της χώρας απαντά πρωτίστως σε επενδυτές (CVC, Silchester, διεθνή funds) που έχουν συμφέρον στην απόδοση μετοχής, όχι αναγκαστικά στη φθηνότερη ή πιο ασφαλή ενέργεια για τον Έλληνα καταναλωτή.

Η ενέργεια ως δημόσιο αγαθό

Πρόκειται για μια κλασική σύγκρουση στη θεωρία δημόσιας πολιτικής: Η ενέργεια έχει χαρακτηριστικά δημόσιου αγαθού (ασφάλεια εφοδιασμού, εθνική άμυνα, κοινωνική συνοχή) αλλά παράγεται μέσα από αγορά με ιδιωτικά κίνητρα κέρδους. Όταν το κράτος μειώνει τη συμμετοχή του στον βασικό πάροχο κάτω από το όριο ελέγχου, χάνει σημαντικό μοχλό άμεσης παρέμβασης – του απομένουν μόνο έμμεσα εργαλεία: Ρυθμιστικό πλαίσιο (ΡΑΑΕΥ), φορολογία, ΕΣΕΚ, επιδοτήσεις.

Αν αυτά τα έμμεσα εργαλεία αποδεικνύονται ανεπαρκή ή καθυστερημένα (όπως με τις μπαταρίες αποθήκευσης ΑΠΕ), τότε πράγματι δεν υπάρχει κανείς με άμεση εξουσία και συμφέρον ταυτισμένο αποκλειστικά με το εθνικό όφελος, ώστε να διασφαλίσει την ενεργειακή ασφάλεια χωρίς να περνά πρώτα από το φίλτρο της οικονομικής βιωσιμότητας για ιδιωτικά κεφάλαια.

Είναι, με άλλα λόγια, ένα έγκυρο ερώτημα: αν η αγορά αφεθεί να καθορίσει πότε “αξίζει” να επενδυθεί σε αποθήκευση (όπως ακριβώς συνέβη με την απόφαση Σκυλακάκη “θα δούμε αν ανταποκριθεί η αγορά”), και η αγορά αποτύχει να ανταποκριθεί έγκαιρα, ποιος φέρει το κόστος; Η απάντηση, όπως είδαμε, είναι ο καταναλωτής μέσω ακριβών βραδινών τιμολογίων – ενώ ταυτόχρονα ένας ιδιωτικοποιημένος πάροχος μπορεί να συνεχίζει να αποδίδει κέρδη στους μετόχους του.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

2 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

Τα φωτοβολταϊκά στις στέγες +μοναδα αποθήκευσης, ως κρατικά συντονισμένο σχέδιο, είναι μια ακόμη προφανής λύση, αλλά προσκρούει στην τεράστια απώλεια φορολογικών εσόδων… Στην κερδοσκοπία που αναφέρεστε σήμερα το κράτος συμμετέχει με ΦΠΑ 24% στην τελική τιμή.

… Εξαιρετικό και καλά τεκμηριωμένο …

2
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx