Ποιοι είναι οι παίκτες στην αγορά φυσικού αερίου
01/10/2026
Έχει μεγάλη σημασία να δούμε ποιες εταιρείες παίζουν σημαντικό ρόλο και επωφελούνται από τη συνέχιση της χρήσης του φυσικού αερίου. Ίσως με τον τρόπο αυτό να μπορούν να εξαχθούν σημαντικά συμπεράσματα…
Η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης δίνει πλέον έμφαση στο φυσικό αέριο, όπως περιγράψαμε και σε προηγούμενο άρθρο. Οπότε ας δούμε τις εταιρείες που επωφελούνται:
1. ΔΕΠΑ Εμπορίας — ο πιο άμεσος δικαιούχος: Η ΔΕΠΑ Εμπορίας εμπορεύεται και προμηθεύει φυσικό αέριο, εισάγοντάς το μέσω αγωγών από Βουλγαρία/Τουρκία και μέσω του τερματικού Ρεβυθούσας, ενώ ελέγχεται 100% από το ΤΑΙΠΕΔ (δημόσιο). Είναι ενεργή σε νέες συμφωνίες LNG: διπλασιάζει τις ποσότητες LNG από τις ΗΠΑ μέσω της Venture Global, στέλνει νέα φορτία LNG στη Ρεβυθούσα, και υπέγραψε δήλωση προθέσεων μεταφοράς αερίου με τη Naftogaz για τον χειμώνα 2025-2026. Επίσης κατέχει το 29% στην Ηλεκτροπαραγωγή Αλεξανδρούπολης (840 MW) και το 20% στη Gastrade, που λειτουργεί το FSRU Αλεξανδρούπολης — άρα κερδίζει και από την υποδομή εισαγωγής, όχι μόνο από την εμπορία.
2. Mytilineos — κάθετα ολοκληρωμένος όμιλος με βαρύ αποτύπωμα στο αέριο. Ο όμιλος στοχεύει σε μερίδιο 30% στην προμήθεια ρεύματος έως το 2026, με τον ΔΕΗ και τη Mytilineos να ελέγχουν μαζί το 75% της αγοράς. Σημαντικό: ο κλάδος Ενέργειας ευνοήθηκε από την ενδυνάμωση παρουσίας στην προμήθεια φυσικού αερίου στα Βαλκάνια και τη ΝΑ Ευρώπη, με σχέδια επέκτασης σε όλη την Ευρώπη, και απάντηση στις μειωμένες τιμές αερίου ήταν η γεωγραφική επέκταση με νέο γραφείο διανομής αερίου στη Δυτική Ευρώπη.
3. HELLENiQ ENERGY (πρώην ΕΛΠΕ). Αν και πούλησε το 35% της ΔΕΠΑ Εμπορίας στο ΤΑΙΠΕΔ τον Δεκέμβριο του 2024, παραμένει βασικός παίκτης στα πετρελαιοειδή /αέριο και συμμετείχε στην έκτακτη σύσκεψη ασφάλειας εφοδιασμού με το ΥΠΕΝ μαζί με τη Motor Oil. 4. ΔΕΗ. Προωθεί ενεργά και φυσικό αέριο για το σπίτι, ως ο μεγαλύτερος πάροχος ρεύματος στην Ελλάδα, και διατηρεί μονάδες αερίου στο χαρτοφυλάκιο ηλεκτροπαραγωγής της παράλληλα με τις ΑΠΕ.
5. Chevron και ExxonMobil — οι νέοι “μεγάλοι ξένοι παίκτες” στους υδρογονάνθρακες. Αυτές είναι οι εταιρείες που εμφανίζονται πιο έντονα στις πρόσφατες δηλώσεις της νέας ηγεσίας: Ο Σταύρος Παπασταύρου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία Chevron και ExxonMobil στην Ελλάδα, με ένα πιθανό κοίτασμα να εκτιμάται έως 10 δισ. ευρώ, ενώ το ενδιαφέρον της ExxonMobil βρέθηκε στο επίκεντρο συνάντησης εργασίας του υπουργού και του υφυπουργού.
6. Διαχειριστές υποδομών αερίου (ΔΕΣΦΑ, Gastrade/FSRU, TAP, IGB). Αυτές οι εταιρείες υποδομής (αγωγοί, τερματικοί σταθμοί) κερδίζουν από τη ροή αερίου ανεξαρτήτως του ποιος το προμηθεύει — όσο περισσότερο αέριο διέρχεται, τόσο μεγαλύτερα τα έσοδα από τέλη διαμετακόμισης. Ο “διάδρομος Νότου-Βορρά” που περιέγραψε ο Παπασταύρου τους αφορά άμεσα.
Η έλλειψη μπαταριών ευνοεί το αέριο
Μια σημαντική παρατήρηση: η κατάσταση στην ενέργεια δεν είναι “είτε-είτε” (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ή Φυσικό Αέριο). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγάλοι όμιλοι (Mytilineos, ΔΕΠΑ, ΔΕΗ) δεν είναι αμιγώς εταιρείες αερίου — έχουν επίσης τεράστιο χαρτοφυλάκιο σε ΑΠΕ: η Mytilineos είχε συνολικό χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ 13,7 GW, και η ΔΕΠΑ αναπτύσσει φωτοβολταϊκά πάνω από 800 MW με χρηματοδότηση 390 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο “αέριο εναντίον ΑΠΕ” στο επίπεδο εταιρικών συμφερόντων — οι ίδιοι όμιλοι κερδίζουν και από τα δύο. Το πραγματικό ζήτημα είναι μάλλον ότι η έλλειψη αποθήκευσης διατηρεί τη δομική ανάγκη για αέριο ως εφεδρεία, πράγμα που ευνοεί ειδικά όσους ελέγχουν μονάδες αερίου και υποδομές εισαγωγής — δηλαδή η καθυστέρηση στις μπαταρίες λειτουργεί έμμεσα προς όφελος της υπάρχουσας υποδομής αερίου, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των επιμέρους εταιρειών.
Η αμερικανική Venture Global
Η Venture Global, είναι ο αμερικανικός προμηθευτής LNG που η ΔΕΠΑ Εμπορίας διπλασίασε τις ποσότητες μαζί της. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2013 από τον Michael Sabel, τραπεζίτη ενέργειας, και τον Robert Pender, δικηγόρο. Ο Pender είχε εργαστεί πάνω από 28 χρόνια στη χρηματοδότηση ενεργειακών έργων, ήταν επί μία δεκαετία επικεφαλής στη Hogan Lovells σε διεθνή χρηματοδότηση έργων, με συνολική εμπειρία σε έργα αξίας 35+ δισ. δολαρίων (αιολικά, βιομάζα, υδροηλεκτρικά, LNG, πυρηνικά).
Η δομή ελέγχου είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Μετά το IPO (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου μέσω δημόσιας προσφοράς) τον Ιανουάριο του 2025, η κεφαλαιοποίηση έφτασε τα 60,5 δισ. δολάρια, αλλά οι δύο ιδρυτές διατήρησαν το 98% του συνολικού ποσοστού των ψήφων, μέσω προνομιακών μετοχών που έχουν 10 ψήφους η καθεμία έναντι 1 ψήφου για τις κοινές μετοχές κατηγορίας. Δηλαδή, παρόλο που η εταιρεία είναι πλέον εισηγμένη και ανοιχτή σε δημόσιους επενδυτές, ο πραγματικός έλεγχος παραμένει αποκλειστικά στα χέρια Sabel-Pender, μέσω της Venture Global Partners II, LLC, που είναι η ελέγχουσα μέτοχος.
Βασικοί επενδυτές πριν το IPO: Η Stonepeak Infrastructure Partners επένδυσε 1,3 δισ. δολάρια στο τερματικό Calcasieu Pass, με άλλους βασικούς επενδυτές την Kiewit Corporation και την Energy Capital Partners — όλα μεγάλα ονόματα στην υποδομή /ιδιωτικά κεφάλαια ενέργειας στις ΗΠΑ. Πελάτες-εταίροι μεγάλης κλίμακας: Η εταιρεία είχε εξασφαλίσει μακροχρόνια συμβόλαια με μεγάλους ενεργειακούς ομίλους όπως η Shell και η BP, και είχε συμβόλαια αγοράς (SPAs) με αναμενόμενα συνολικά έσοδα περίπου 107 δισ. δολαρίων στη διάρκεια ζωής τους.
Η Venture Global είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς αμερικανικού LNG παγκοσμίως — στοχεύει να έχει πάρει υπό τον έλεγχό της έως το 2030 πάνω από το 25% των εξαγωγών LNG των ΗΠΑ. Η συμφωνία της με τη ΔΕΠΑ Εμπορίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο: οι ΗΠΑ προσπαθούν να αντικαταστήσουν το ρωσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά με αμερικανικό LNG, και η Ελλάδα (μέσω Ρεβυθούσας και του σχεδιαζόμενου “διαδρόμου Νότου-Βορρά” που ανέφερε ο Παπασταύρου) λειτουργεί ως σημείο εισόδου αυτού του αερίου στα Βαλκάνια.
Άρα η αυξανόμενη εξάρτηση της Ελλάδας από εισαγόμενο LNG εξυπηρετεί ταυτόχρονα: (α) τα ιδιωτικά συμφέροντα ιδρυτών/επενδυτών της Venture Global, (β) τη γεωπολιτική στρατηγική ΗΠΑ-ΕΕ απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο, και (γ) τα ελληνικά εγχώρια συμφέροντα (ΔΕΠΑ, Mytilineos) που μεσολαβούν και επωφελούνται από τη διανομή. Είναι ένα ωραίο παράδειγμα του πώς η καθυστέρηση στην εγχώρια αποθήκευση δεν είναι απλά “τεχνικό κενό” — διατηρεί ζωντανή μια ολόκληρη αλυσίδα εμπορικών σχέσεων γύρω από το εισαγόμενο αέριο.
Η ουκρανική εταιρεία Naftogaz
Η Naftogaz είναι 100% κρατική εταιρεία της Ουκρανίας. Ο ιδρυτής και μοναδικός μέτοχος είναι το ίδιο το ουκρανικό κράτος. Είναι η μεγαλύτερη εθνική εταιρεία πετρελαίου και αερίου της Ουκρανίας, υπαγόμενη στην κυβέρνηση, με κάθετα ολοκληρωμένη δραστηριότητα σε έρευνα, άντληση, μεταφορά και προμήθεια φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Η εταιρεία λειτουργεί 38.200 χλμ. αγωγών διαμετακόμισης υψηλής πίεσης και διαθέτει πάνω από 30 δισ. κυβικά μέτρα χωρητικότητας αποθήκευσης αερίου, υποδομή που βρίσκεται ανάμεσα στη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση και την έχει φέρει στο επίκεντρο της περιφερειακής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι η Naftogaz δεν είναι απλά προμηθευτής — είναι κομβικός παίκτης στο πώς κινείται το αέριο μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και Ευρώπης.
Έχει γίνει ακόμα “πιο κρατικοποιημένη” μέσα στον πόλεμο. Με αποφάσεις της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Naftogaz έχει γίνει μεγαλύτερη και με περισσότερη αγοραστική δύναμη — είναι πια μονοπώλιο στην προμήθεια αερίου σε νοικοκυριά, καλύπτοντας πάνω από το 98% της αγοράς, ενώ της δόθηκε ο έλεγχος 26 εταιρειών διανομής αερίου που προηγουμένως ανήκαν στον ουκρανό ολιγάρχη Dmytro Firtash, καθώς και δίκτυο πρατηρίων που ανήκε στον Viktor Medvedchuk (ο οποίος έχει συλληφθεί).
Το 2021 η συμβολή της Naftogaz αντιστοιχούσε στο 10,7% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού — άρα είναι ζωτικής σημασίας για τα δημόσια οικονομικά της Ουκρανίας εν καιρώ πολέμου. Από τον Μάιο του 2025 πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου είναι ο κ. Koretskyi, ο οποίος προηγουμένως διηύθυνε τις κρατικές εταιρείες Ukrnafta και Ukrtatnafta, αυξάνοντας την παραγωγή πετρελαίου/αερίου και καταγράφοντας ιστορικά κερδοφόρα αποτελέσματα. Η περίπτωση Naftogaz είναι ουσιαστικά αντίστροφη από τη Venture Global:
- Venture Global = ιδιωτικά συμφέροντα δύο ιδρυτών-δισεκατομμυριούχων (Sabel, Pender) που κερδίζουν εμπορικά από την πώληση LNG.
- Naftogaz = το ίδιο το ουκρανικό κράτος, που έχει γεωπολιτικό και όχι μόνο εμπορικό συμφέρον: χρειάζεται έσοδα και ασφάλεια εφοδιασμού εν μέσω πολέμου, και η συμφωνία με τη ΔΕΠΑ εξυπηρετεί διπλό σκοπό: εξασφαλίζει εφοδιασμό για την Ουκρανία τον χειμώνα (πιθανότατα μέσω αντίστροφης ροής από Ελλάδα/Βαλκάνια προς Ουκρανία, δεδομένων των ρωσικών πληγμάτων στις υποδομές της) και ενισχύει τα κρατικά έσοδα της Ουκρανίας σε μια κρίσιμη περίοδο.
Άρα εδώ δεν μιλάμε για το “ποιος πλουτίζει ιδιωτικά” αλλά και για κρατική στρατηγική επιβίωσης — η Ουκρανία χρειάζεται διεθνείς συνεργασίες αερίου τόσο για ενεργειακή ασφάλεια όσο και για δημοσιονομικά έσοδα, ενώ η Ελλάδα/ΔΕΠΑ αποκτά έναν ακόμη γεωπολιτικό ρόλο ως κόμβος διαμετακόμισης στην ευρύτερη περιοχή.





