ΓΝΩΜΗ

Η Ευρώπη μεταξύ του πολέμου στην Ουκρανία και της ρωσοκινεζικής σύγκλισης

Η Ευρώπη μεταξύ του πολέμου στην Ουκρανία και της ρωσοκινεζικής σύγκλισης, Δημήτρης Παναγιωτόπουλος
ΠΗΓΗ: gemini

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δοκιμασία που αφορά ταυτόχρονα τη διεθνή της θέση και τη δημοκρατική της συγκρότηση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η Ρωσία και η Κίνα διευρύνουν τη στρατηγική τους συνεργασία, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρεί σε ενεργειακές συνεννοήσεις με τη Μόσχα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ευρωπαϊκοί λαοί καλούνται να επωμιστούν οικονομικά βάρη και κινδύνους για επιλογές στη διαμόρφωση των οποίων έχουν περιορισμένη ουσιαστική συμμετοχή. Το ερώτημα γίνεται πλέον επιτακτικό: ποιος αποφασίζει για την πορεία της Ευρώπης, με ποια εντολή και με ποια ευθύνη απέναντι στους πολίτες;

Η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν διαφορετικούς θεσμικούς ρόλους. Οι αποφάσεις για την εξωτερική πολιτική δεν αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα μιας ανεξέλεγκτης Επιτροπής. Στο Συμβούλιο συμμετέχουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, ενώ οι αποφάσεις για κυρώσεις λαμβάνονται με ομοφωνία. Αυτό προσδιορίζει και την ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων. Καμία δεν δικαιούται να εμφανίζει ως εξωτερική επιβολή μια πολιτική στην οποία η ίδια συναίνεσε. Η επίκληση των “Βρυξελλών” συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός διάχυσης της ευθύνης και αποφυγής της λογοδοσίας.

Η θεσμική διαδικασία, ωστόσο, δεν εξαντλεί το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η εκλογή μιας κυβέρνησης δεν συνιστά λευκή επιταγή για κάθε μεταγενέστερη στρατηγική επιλογή, ανεξαρτήτως διάρκειας και συνεπειών. Όταν αποφασίζονται πολυετείς οικονομικές δεσμεύσεις, αποστολές στρατιωτικού υλικού και ανατροπές στο ενεργειακό υπόδειγμα, απαιτούνται συγκεκριμένη δημόσια αιτιολόγηση, κοινοβουλευτική συζήτηση και διαρκής έλεγχος. Η βούληση των λαών δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη ούτε να υποκαθίσταται από ανακοινώσεις κορυφής. Η δημοκρατία χρειάζεται ενεργούς πολίτες με πρόσβαση στη γνώση των αποφάσεων και πραγματική δυνατότητα να επηρεάζουν την κατεύθυνσή τους.

Ερωτήματα για το Ουκρανικό

Στον πόλεμο της Ουκρανίας, η αφετηρία παραμένει σαφής. Η ρωσική εισβολή παραβίασε την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα ενός ανεξάρτητου κράτους. Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η κριτική στην ευρωπαϊκή πολιτική δεν δικαιολογεί την κατάκτηση ούτε αίρει την ευθύνη της Μόσχας. Η καταδίκη της εισβολής, όμως, δεν απαλλάσσει τις ευρωπαϊκές ηγεσίες από την υποχρέωση να εξηγούν πώς η πολιτική τους υπηρετεί τον τερματισμό του πολέμου. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου πρέπει να συνοδεύεται από συνεπή εφαρμογή και αποτελεσματική διπλωματική δράση.

Η ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία έχει οικονομικό, ανθρωπιστικό και στρατιωτικό περιεχόμενο. Περιλαμβάνει χρηματοδότηση, εξοπλισμό, πυρομαχικά και εκπαίδευση, παράλληλα με τη στήριξη υποδομών και κρατικών λειτουργιών. Συνεπώς, η Ένωση συμμετέχει ουσιαστικά στη διατήρηση της ουκρανικής αμυντικής ικανότητας, χωρίς αυτό να ταυτίζεται αυτομάτως με άμεση συμμετοχή των στρατών της στις εχθροπραξίες. Αυτή η πολιτική χρειάζεται σαφή προορισμό. Ποιο αποτέλεσμα επιδιώκεται; Με ποιο χρονικό ορίζοντα; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις διαπραγμάτευσης και ποια τα όρια της κλιμάκωσης; Οι απαντήσεις οφείλονται στους πολίτες που χρηματοδοτούν τις δεσμεύσεις.

Η διαρκής επανάληψη της ανάγκης για περισσότερη βοήθεια δεν αρκεί ως ολοκληρωμένη στρατηγική. Η προστασία της Ουκρανίας από έναν εξαναγκαστικό συμβιβασμό είναι σοβαρός σκοπός. Απαιτεί όμως σύνδεση των μέσων με μια εφαρμόσιμη πολιτική προοπτική. Η Ευρώπη οφείλει να παρουσιάσει δική της διπλωματική πρωτοβουλία, με συμμετοχή της Ουκρανίας, αξιόπιστες εγγυήσεις και μηχανισμούς εφαρμογής ενδεχόμενης συμφωνίας. Η αδυναμία επιβολής άμεσης ειρήνης δεν δικαιολογεί την απουσία σχεδίου. Όσο παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται η υποχρέωση των ηγεσιών να λογοδοτούν για την αποτελεσματικότητα της πορείας που ακολουθούν.

Συνεργασίες με στρατηγικό βάθος

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία και η Κίνα οργανώνουν συνεργασίες με μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Στη συνάντηση Πατρούσεφ–Γουάνγκ Γι, στις 12 Οκτωβρίου 2026, συζητήθηκαν η σύνδεση του Πολικού Δρόμου του Μεταξιού με τη Βόρεια Θαλάσσια Οδό, η ενεργειακή ασφάλεια και η συνεργασία στη ναυπηγική και στις μεταφορές. Η επίσημη ανακοίνωση καταγράφει επιδίωξη συντονισμού των θαλάσσιων στρατηγικών τους. Η πολιτική σημασία βρίσκεται στην προσπάθεια συγκρότησης εναλλακτικών διαδρομών, υποδομών και οικονομικών σχέσεων. Πρόκειται για σχεδιασμό που μπορεί να επηρεάσει τους συσχετισμούς πέρα από την έκβαση μιας επιμέρους πολεμικής αναμέτρησης.

Η Μόσχα επιδιώκει διεξόδους για τους ενεργειακούς της πόρους και πρόσβαση σε επενδύσεις και τεχνογνωσία. Το Πεκίνο επιδιώκει διαφοροποίηση εφοδιασμού και ευρύτερη παρουσία στις διεθνείς μεταφορές. Αυτή είναι η στρατηγική ανάγνωση της σύγκλισης. Δεν σημαίνει ταύτιση συμφερόντων ούτε εξασφαλισμένη επιτυχία των σχεδίων. Σημαίνει, όμως, ότι η Ευρώπη χρειάζεται να αξιολογεί έναν αντίπαλο που προσαρμόζεται και έναν μεγάλο οικονομικό εταίρο που σχεδιάζει αυτοτελώς. Η προσδοκία ότι η αποκοπή της Ρωσίας από ευρωπαϊκές αγορές θα συνεπαγόταν διεθνή απομόνωσή της απαιτεί επανεξέταση υπό το φως αυτών των δυνατοτήτων.

Η συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για το ντίζελ αναδεικνύει μια πρόσθετη αντίφαση. Στις 9 Οκτωβρίου ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε συνεννόηση για ρωσικές προμήθειες προς την αμερικανική και την παγκόσμια αγορά, με σκοπό τη μείωση των τιμών.Στις 15 Οκτωβρίου το Κρεμλίνο δήλωσε ότι οι εξαγωγές είχαν επανεκκινήσει.Η πραγματική επίδραση στην αγορά χρειάζεται αξιολόγηση με βάση τις παραδόσεις και τις διαθέσιμες ποσότητες. Η πολιτική επίδραση, ωστόσο, είναι ήδη ορατή: η Ουάσινγκτον διατηρεί τη δυνατότητα επιλεκτικής συνεννόησης με τη Μόσχα όταν το κρίνει συμφέρον.

Δεν τεκμηριώνεται από αυτό κοινός σχεδιασμός ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας. Προκύπτει, όμως, μια κρίσιμη διαφορά πολιτικής συμπεριφοράς. Η αμερικανική ηγεσία διαπραγματεύεται εξαιρέσεις επικαλούμενη το κόστος καυσίμων για τους δικούς της πολίτες. Η Ευρώπη οφείλει να εξηγήσει πώς προασπίζεται αντίστοιχα τη δική της κοινωνική και παραγωγική αντοχή. Αν συνεχίζει να αναλαμβάνει αυξανόμενες δεσμεύσεις χωρίς ισότιμη επιρροή στις διαπραγματεύσεις, κινδυνεύει να βρεθεί σε θέση χρηματοδότη μιας στρατηγικής της οποίας τους όρους διαμορφώνουν άλλοι. Αυτή είναι πολιτική αδυναμία που απαιτεί συγκεκριμένη απάντηση και δημόσιο απολογισμό.

Στρατηγική για την Ευρώπη

Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης κρίνεται σε τέτοιες περιστάσεις. Χρειάζεται δυνατότητα εκτίμησης του ευρωπαϊκού συμφέροντος, παραγωγική βάση και διπλωματική πρωτοβουλία. Οι διατλαντικές σχέσεις παραμένουν σημαντικές, αλλά δεν καταργούν τις αποκλίσεις συμφερόντων.

Ούτε η επίκληση της ενότητας αρκεί όταν το κόστος κατανέμεται άνισα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποκτήσει ικανότητα διαπραγμάτευσης απέναντι σε όλους τους μεγάλους δρώντες. Η δυνατότητά της να επηρεάζει τις εξελίξεις θα εξαρτηθεί και από την κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό της. Μια Ευρώπη με εξαντλημένους πολίτες και αποδυναμωμένη βιομηχανία θα διαθέτει μικρότερα περιθώρια άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής.

Ο χειμώνας 2026–2027 καθιστά αυτή την ανάγκη άμεση. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το σύστημα φυσικού αερίου μπορεί να ανταποκριθεί στη ζήτηση, παρά τα χαμηλότερα αποθέματα. Αυτό αφορά την επάρκεια και δεν εγγυάται προσιτές τιμές. Η ακρίβεια συνδέεται επίσης με διεθνείς διαταραχές προμηθειών, τον ανταγωνισμό για υγροποιημένο αέριο και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Δεν είναι ακριβές να αποδίδεται ολόκληρη στις κυρώσεις ή στη βοήθεια προς την Ουκρανία. Οι ευρωπαϊκές επιλογές, όμως, πρέπει να αξιολογούνται και ως προς το κατά πόσο περιορίζουν ή εντείνουν την έκθεση των κοινωνιών σε αυτές τις πιέσεις.

Για τους πολίτες, η κρίση σημαίνει συχνά περικοπή αναγκαίων δαπανών, αβεβαιότητα και υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης. Για τις επιχειρήσεις μπορεί να σημαίνει περιορισμό παραγωγής και αναβολή επενδύσεων. Οι συνέπειες δεν κατανέμονται ισότιμα. Τα χαμηλά εισοδήματα, οι συνταξιούχοι και οι μικροί παραγωγοί έχουν μικρότερη δυνατότητα προστασίας. Εάν τα βάρη μεταφέρονται κυρίως σε αυτούς, ενώ οι ισχυρότεροι διατηρούν περιθώρια κερδοφορίας και επιρροής, η ευρωπαϊκή πολιτική υπονομεύει την κοινωνική της βάση. Η δίκαιη κατανομή του κόστους αποτελεί προϋπόθεση διατήρησης της δημοκρατικής εμπιστοσύνης και της κοινής ευρωπαϊκής δράσης.

Γι’ αυτό απαιτούνται δημόσια αποτίμηση των κυρώσεων, πλήρης διαφάνεια στις στρατιωτικές προμήθειες και έλεγχος της χρηματοδότησης. Οι πολυετείς δεσμεύσεις χρειάζονται συζήτηση στα εθνικά κοινοβούλια και ουσιαστικό ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλεγχο. Οι κυβερνήσεις πρέπει να εξηγούν τις εναλλακτικές που εξέτασαν και τους λόγους επιλογής τους. Η πολιτική διαφωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται συλλήβδην ως εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων. Ο πολίτης που ζητεί ειρήνη, οικονομική προστασία ή επανεξέταση ενός μέτρου δικαιούται τεκμηριωμένη απάντηση. Αντίστοιχα, κάθε πρόταση αλλαγής πολιτικής οφείλει να εξηγεί πώς θα προστατευθούν η Ουκρανία και η ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα

Η κοινωνία πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση και στον έλεγχο της δημόσιας εξουσίας. Η αναθέσμιση της Ευρώπης προϋποθέτει θεσμούς συμμετοχής, οργανωμένο δημόσιο διάλογο και λογοδοσία με συγκεκριμένες συνέπειες. Οι Κοινότητες Πολιτών μπορούν να συμβάλουν ως χώροι επεξεργασίας θέσεων και δημοκρατικής παρέμβασης, συνδέοντας τις τοπικές ανάγκες με τις μεγάλες πολιτικές αποφάσεις στην ΕΕ. Η ευρωπαϊκή πορεία χρειάζεται ενεργή κοινωνική θεμελίωση. Διαφορετικά, η απόσταση ανάμεσα στους μηχανισμούς απόφασης και στην καθημερινή ζωή θα διευρύνεται, αποδυναμώνοντας την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής συνεργασίας.

Για την Ελλάδα, η στάση αυτή συνεπάγεται ενεργό συμμετοχή στις ευρωπαϊκές αποφάσεις, υπεράσπιση της κυριαρχίας των κρατών και επιμονή στη διπλωματική επίλυση των διαφορών. Συνεπάγεται επίσης προστασία της αγροτικής παραγωγής, της ναυτιλίας, των υποδομών και του εισοδήματος. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάζει τον εθνικό σχεδιασμό της και να λογοδοτεί για τη συναίνεσή της στις κοινές δεσμεύσεις.

Η χώρα χρειάζεται ευρωπαϊκή παρουσία με προτάσεις και διαπραγματευτική προετοιμασία. Η απλή προσαρμογή σε αποφάσεις άλλων περιορίζει τη δυνατότητα υπεράσπισης των ιδιαίτερων αναγκών της και δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τη συγκρότηση μακροχρόνιας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.

Η Ευρώπη καλείται να συνδέσει την ασφάλεια με τη δημοκρατία και την ειρήνη με την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Ρωσία και η Κίνα οργανώνουν τη συνεργασία τους, ενώ ο Τραμπ επιδιώκει επιλεκτικές συμφωνίες βάσει της δικής του ιεράρχησης των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες οφείλουν αντίστοιχα να παρουσιάσουν σαφή στρατηγική και να την υποβάλουν σε ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο. Οι λαοί της Ευρώπης δικαιούνται να γνωρίζουν, να κρίνουν και να επηρεάζουν τις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον τους. Η αποκατάσταση αυτής της σχέσης αποτελεί θεμελιώδες πολιτικό καθήκον για μια ΕΕ ικανή να υπερασπίζεται και τις αρχές της και τους ανθρώπους της.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx