Η «Λευκή Βίβλος» δεν λύνει τα προβλήματα της Μέι

-
65

Γράφει ο Κώστας Ράπτης  – 

Στον μαγικό κόσμο του Brexit τα πράγματα είναι συχνά η αντιστροφή της πραγματικότητας. Έτσι, η ταραγμένη εβδομάδα που ξεκίνησε με τη συνεδρίαση του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου στην πρωθυπουργική εξοχική κατοικία στο Τσέκερς, συνεχίσθηκε με τις παραιτήσεις των υπουργών Ντέιβιντ Ντέιβς (αρμόδιου για το Brexit) και Μπόρις Τζόνσον (επικεφαλής του Φόρεϊν Όφις) και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της λεπτομερούς «Λευκής Βίβλου» της Τερέζα Μέι για ένα «βελούδινο» διαζύγιο με τους «27» ερμηνεύθηκε ευρέως ως μία εβδομάδα κατά την οποία το κύριο διακύβευμα ήταν το πολιτικό μέλλον της Βρετανίδας πρωθυπουργού, ενώ πολλαπλασιάζονταν οι πιθανότητες για «στρογγύλεμα», ακόμη και για ακύρωση, όπως το φαντάζεται ο Ντόναλντ Τουσκ, της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι πιθανότητες για μη επίτευξη συμφωνίας αυξήθηκαν – καθώς η μεγαλύτερη πρόκληση για την Τερέζα Μέι εξακολουθεί να μην προέρχεται από τους ευρωσκεπτικιστές εσωκομματικούς αντιπάλους της, αλλά από τους Ευρωπαίους συνομιλητές της, τους οποίους επιδιώκει να κατευνάσει με τις προτάσεις της.

Όχι ότι τα «πίσω έδρανα» της κοινοβουλευτικής ομάδας των Συντηρητικών αδρανούν. Ήδη μέσα στην εβδομάδα υπήρξαν δύο νομοθετικές πρωτοβουλίες των ευρωσκεπτικιστών που στόχο είχαν ακριβώς το να δυσκολέψουν την υλοποίηση των σχεδίων της Ντάουνινγκ Στριτ για το Brexit.

Με τροπολογία στο φορολογικό νομοσχέδιο το οποίο θα συζητηθεί τη Δευτέρα, οι σκληροπυρηνικοί των οποίων ηγείται ο Τζέικομπ Ρις-Μογκ ζητούν να μην ισχύσει η πρόβλεψη του «Σχεδίου Τσέκερς» και της Λευκής Βίβλου να συλλέγονται από τη Βρετανία οι δασμοί των προϊόντων που προορίζονται για την αγορά της Ε.Ε., παρεκτός αν υπάρξει πρόβλεψη αμοιβαιότητας (δηλ. συλλογής βρετανικών δασμών από την ευρωπαϊκή πλευρά). Όμως ο «συνδυασμένος τελωνειακός χώρος», όπως έχει ήδη αποκληθεί, αποτελεί κεντρικό στοιχείο τής κατά Τερέζα Μέι «επόμενης μέρας» στις ευρωβρετανικές σχέσεις.

Μια δεύτερη τροπολογία, από τους ίδιους δράστες, προβλέπει ότι δεν θα είναι δυνατόν να υπαχθεί η Βόρεια Ιρλανδία σε διαφορετικό τελωνειακό καθεστώς έναντι της Ε.Ε. απ’ ό,τι το λοιπό Ηνωμένο Βασίλειο, όπως έχουν προτείνει οι Βρυξέλλες, προκειμένου να αποφευχθεί η επανεισαγωγή «σκληρού συνόρου» με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, με αποτελέσματα υπονομευτικά για την ανάπτυξη αλλά και για την ηρεμία που με τόσο κόπο κατακτήθηκε στην πολύπαθη περιοχή.

Αλλαγή πολιτικής, όχι ηγεσίας

Σε κάθε περίπτωση, και παρά τη φιλολογία που ήθελε τους πάντες να βρίσκονται σε επιφυλακή για πιθανή πρόταση μομφής κατά της Μέι στην κοινοβουλευτική ομάδα των Συντηρητικών, ο κύριος στόχος των ευρωσκεπτικιστών δείχνει να είναι η αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής και όχι πρωθυπουργού.

Το τελευταίο δεν προϋποθέτει απλώς τη συλλογή των υπογραφών 48 βουλευτών (ήτοι του 15% των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας), αλλά διακινδυνεύει και την πρόκληση πρόωρων εκλογών, όπου μία νίκη των Εργατικών του Τζέρεμι Κόρμπιν κάθε άλλο παρά μπορεί να αποκλεισθεί. Με αυτή την έννοια, το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης των βουλευτών δίνει προς το παρόν παράταση ζωής στην πρωθυπουργία της Μέι.

Από την άλλη πλευρά, ο υφιστάμενος κοινοβουλευτικός συσχετισμός σημαίνει ότι η υιοθέτηση του «Σχεδίου Τσέκερς» δεν είναι εφικτή χωρίς μία διακομματική συμφωνία που θα εξασφάλιζε τη στήριξη των Εργατικών. Όμως το κόμμα του Τζέρεμι Κόρμπιν δεν έχει κανένα άμεσο συμφέρον να υπαναχωρήσει στις δικές του κόκκινες γραμμές ως προς τα χαρακτηριστικά της «επόμενης ημέρας», όταν οι πολιτικές εξαγγελίες με τις οποίες πέτυχε το καλό αποτέλεσμα των τελευταίων βουλευτικών εκλογών θα εξακολουθήσουν να είναι ανέφικτες όσο η Βρετανία εξακολουθεί να συμμορφώνεται με πλευρές του κοινοτικού κεκτημένου.

Ομοίως δεν έχει το κόμμα της αντιπολίτευσης κανένα λόγο να καθιερωθεί στη συνείδηση των ψηφοφόρων ως το «κόμμα του μαλακού Brexit», ιδίως όταν πολλοί βουλευτές του εκπροσωπούν περιφέρειες του «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2016 και αισθάνονται τη θέση τους επισφαλή.

Στο χείλος του «γκρεμού»

Με αυτή την έννοια, αντίθετα ακριβώς από ό,τι θα προοιωνίζονταν οι υποχωρητικές προτάσεις της Μέι, οι πιθανότητες ενός «σκληρού Brexit» αυξάνονται. Άλλωστε, η μέχρι τώρα συζήτηση μας κάνει να λησμονούμε ότι η διαπραγμάτευση έχει δύο πλευρές και οι «27» δεν έχουν ακόμη μιλήσει. Στο διόλου απίθανο ενδεχόμενο κατά το οποίο η Ε.Ε. απορρίψει κρίσιμες πλευρές της «Λευκής Βίβλου» και πιέσει για περαιτέρω υποχωρήσεις, η Βρετανίδα πρωθυπουργός (που βλέπει ήδη το 60% της βάσης των Συντηρητικών να είναι δυσαρεστημένο με τις ευρωπαϊκές επιλογές της) θα είναι απολύτως μετέωρη.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ απομένουν μόλις εννέα μήνες για τον Μάρτιο 2019, οπότε συμπληρώνεται διετία από την εκκίνηση της διαδικασίας του Brexit, και άρα η διαδικασία αποχώρησης καθίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, μη αντιστρεπτή. Όσο περισσότερο πλησιάζουμε αυτό το ορόσημο, τόσο η διαπραγμάτευση θα διεξάγεται στο χείλος του «γκρεμού» μιας εξόδου δίχως συμφωνία.

Ο Τραμπ αφήνει δίχως ειδικό ρόλο τη Βρετανία

Το πυκνό πρόγραμμα αυτής της εβδομάδας υπήρξε ασφαλώς για την Τερέζα Μέι μια «ανάσα» από τις εσωτερικές διαδικασίες. Όμως, τόσο η Σύνοδος του ΝΑΤΟ όσο και η επίσημη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στη Βρετανία υπογραμμίζουν από μιαν άλλη άποψη την εξαιρετικά δύσκολη θέση του Λονδίνου μέσα σε ένα διεθνές τοπίο στο οποίο υποχωρούν ταχύτατα παλαιότερες βεβαιότητες. Το επιθετικό στυλ Τραμπ τραυματίζει τη διατλαντική σχέση και άρα τον ειδικό ρόλο που εξασφάλιζαν οι «Βρετανοί εξάδελφοι» εντός αυτής, ενώ οι εμπορικοί πόλεμοι τους οποίους δρομολογεί η Αμερική υπογραμμίζουν πόσο πιο ευάλωτη γίνεται η Βρετανία εξερχόμενη του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Από την άλλη πλευρά τα νέα δεδομένα που κομίζει ο Τραμπ δημιουργούν ρήγματα στην ενότητα των «27» και άρα οποιαδήποτε προσυνεννόηση τυχόν υπήρξε με την Άνγκελα Μέρκελ επί του «Σχεδίου Τσέκερς» βλέπει τη σημασία της να μειώνεται.

Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι επί του βρετανικού ζητήματος υποχωρεί η συνοχή ακόμη και του γερμανικού υπουργικού συμβουλίου, καθώς ο Βαυαρός υπουργός Εσωτερικών, Χορστ Ζέεχοφερ, αυτοβούλως απευθύνθηκε στην Κομισιόν για να τονίσει ότι το Brexit δεν πρέπει επ’ ουδενί να θίξει την ευρωβρετανική αμυντική συνεργασία. Ακολούθησε ηχηρό «άδειασμά» του από την καγκελαρία.


Πηγή: Capital.gr