Αλά Σκριπάλ δολοφονία Έλληνα τραπεζίτη στη Ρωσία

Νεφέλη Λυγερού2954


+100%-

Γράφει η Νεφέλη Λυγερού  – 

Η δηλητηρίαση του Ρώσου πρώην διπλού πράκτορα και της κόρης του, εκτός από τη διπλωματική ρήξη που προκάλεσε μεταξύ Λονδίνου και Μόσχας, μας θύμισε μία ξεχασμένη υπόθεση. Ένα θρίλερ που είχε κλονίσει την οικονομική ελίτ στη Ρωσία τη δεκαετία του 1990. Ο ελληνικής καταγωγής τραπεζίτης Ιβάν Κιβελίδης και η νεαρή γραμματέας του ήταν τα πρώτα επιβεβαιωμένα θύματα της νευροπαραλυτικής ουσίας με την ονομασία Novichok, η οποία κατασκευάστηκε για τέτοια χρήση.

Η δολοφονία τους αν και είχε απασχολήσει τα Μίντια, καθώς ο Κιβελίδης ήταν ένας από τους πιο επιφανείς επιχειρηματίες εκείνης της εποχής με ισχυρά πολιτικά ερείσματα, καλύφθηκε γρήγορα από ένα πέπλο επιβαλλόμενης σιωπής.

Μόσχα 8 Αυγούστου 1995, η θερμοκρασία μετά βίας φτάνει τους 22 βαθμούς και ας βρισκόμαστε στους πρόποδες του Αυγούστου. Στη Μόσχα, άλλωστε, ακόμα και στην καρδιά του καλοκαιριού, ο ήλιος ενδέχεται να μην ελεήσει την πόλη με την παρουσία του. Μία τέτοια ημέρα έχει ξημερώσει: η παρατεταμένη βροχή και μουντάδα που τη συνοδεύει ταιριάζει γάντι με την γενικότερη κατήφεια που έχει πλακώσει την πόλη.

Η δολοφονία του μεγαλοτραπεζίτη Ιβάν Κιβελίδη και της γραμματέως του λίγα εικοσιτετράωρα νωρίτερα έχει σκορπίσει πανικό στην αφρόκρεμα της πόλης, αλλά και αμηχανία στους κοινούς θνητούς που παρακολουθούν το οργανωμένο έγκλημα να αλωνίζει, υπονομεύοντας την δημόσια ασφάλεια. Εν μέσω αυτού του κλίματος, καταφτάνει έξω από το δημαρχείο της Μόσχας ο παντοδύναμος τότε πρωθυπουργός Βίκτορ Τσερνομίρντιν. Ενώνεται με τους εκατοντάδες παραβρισκόμενους σκυθρωπούς που κρατούν λουλούδια, θέλοντας έτσι να αποτίσουν φόρο τιμής στον μεγαλοτραπεζίτη, του οποίου το σώμα κείτεται μέσα στο εντυπωσιακό κτίριο.

Δύο κηδείες

Ο Τσερνομίρντιν φοράει ένα μαύρο περιβραχιόνιο πάνω από το ανοιχτό μπλε κοστούμι του και εναποθέτει δεκάδες κόκκινα τριαντάφυλλα στη θάλασσα των λουλουδιών που σκεπάζει το φέρετρο. Ανταλλάσσει ελάχιστες κουβέντες με την οικογένεια του αποθανόντος και την Ελληνίδα μάνα του που μοιρολογάει. Λίγη ώρα αργότερα θα ακολουθήσει την πομπή στο νεκροταφείο Vagankovskoye.

Εκτός από τον πρωθυπουργό, τον δήμαρχο Γιούρι Λούτκοβ, αλλά και τους στενότερους συνεργάτες του τότε προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν, δεκάδες σωματοφύλακες και οπλισμένοι αστυνομικοί βρίσκονται εκεί. Δεν πενθούν. Ούτε καν συγκινούνται στο θέαμα του νεκρού άνδρα. Βρίσκονται σε εγρήγορση, προστατεύοντας τους πελάτες τους που καταφτάνουν κατά δεκάδες μέσα στις τεθωρακισμένες Μερσεντές τους. Είναι εξίσου δυνατοί, πλούσιοι και πετυχημένοι με τον άνδρα, τον οποίο σήμερα κηδεύουν.

Η πένθιμη μουσική που παίζει από τα μεγάφωνο, διακόπτεται συχνά πυκνά από τον ήχο των κινητών τηλεφώνων. Λίγα μέτρα πιο εκεί, πραγματοποιείται μία άλλη κηδεία. Σε κλίμα οδύνης, αλλά χωρίς την αίγλη της διπλανής τελετής και χωρίς τους επιφανείς παρευρισκόμενους, συγγενείς και φίλοι αποχαιρετούν τη νεαρή Ζάρα Ισμαΐλοβα.

Πρόκειται για την πιστή γραμματέα του Κιβελίδη. «Το ίδιο συνέβη και στον Ιβάν», κατάφερε να ψελλίσει στους οικείους της πριν ξεψυχήσει, οδηγώντας έτσι τις Αρχές στη λύση του μυστηρίου. Κανείς, άλλωστε, δεν θα είχε υποψιαστεί οτιδήποτε, καθώς ο επιχειρηματίας επισκεπτόταν σχεδόν εβδομαδιαία το νοσοκομείο, εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την καρδιά του.

Ο αιφνίδιος θάνατος, όμως, δύο ατόμων που παρουσίασαν τα ίδια συμπτώματα κίνησε τις υποψίες, με αποτέλεσμα να ξετυλιχτεί ένα περίπλοκο κουβάρι. Θα περνούσαν λίγες ημέρες, όμως, από τις κηδείες τους για να μπορέσουν τα εργαστήρια να επιβεβαιώσουν τι ήταν αυτό που τους είχε στερήσει τη ζωή. Όπως αποδείχθηκε, το τηλέφωνο του γραφείου του επιχειρηματία είχε ψεκαστεί με μία μυστηριώδη ουσία, η οποία είχε μπει και στο τσάι του. Η 35χρονη γραμματέας του δεν την είχε καταναλώσει, ούτε είχε χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο, αλλά το είχε ακουμπήσει με τα ακροδάχτυλά της όταν το ξεσκόνιζε.

Ο ανερχόμενος δημοσιογράφος

Ο Κιβελίδης ήταν 46 ετών όταν δολοφονήθηκε. Ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος και την περίοδο της περεστρόικας άνοιξε την πρώτη σειρά μαγαζιών καφέ και εστιατορίων. Πολύ γρήγορα μεταπήδησε στον τομέα των ακινήτων και των τεχνολογικών εταιρειών. Στην πραγματικότητα, τα πρώτα του χρήματα τα έβγαλε όπως και οι περισσότεροι μετέπειτα ολιγάρχες.

Πούλαγε αλουμίνιο στη Δύση, το οποίο το αγόραζε για πενταροδεκάρες στην χώρα του. Αργότερα, ίδρυσε την πρώτη ρωσική οικονομική εφημερίδα, την Kommersant και την εβδομαδιαία πολιτική Vek. Ήταν ευρέως γνωστός στη Μόσχα, όπου και κυκλοφορούσε με μία εκκεντρική Κάντιλακ, φορώντας πάντα ένα καουμπόικο καπέλο και τα ραμμένα στη Βρετανία κοστούμια του.

Είχε εδραιωθεί ως ο εκπρόσωπος των μεγαλύτερων επιχειρηματιών στη Ρωσία και λειτουργούσε σαν γέφυρα μεταξύ αυτών και του Κρεμλίνου. Προς το τέλος της ζωής του είχε αναλάβει τα ηνία της τράπεζας Rosbiznesbank. Εκτός αυτού ήταν πρόεδρος του Russian Business Round Table, του αντίστοιχου ελληνικού ΣΕΒ. Το διοικητικό συμβούλιο του, μάλιστα, εξέδωσε μία οργισμένη ανακοίνωση μετά τη δολοφονία του. «Ζούμε χειρότερες στιγμές απ’ ότι το Σικάγο το 1920. Εκεί τουλάχιστον σε πυροβολούσαν. Εδώ μία σκοτεινή μαφία που έχει διεισδύσει στον κόσμο των επιχειρήσεων εξοντώνει κάθε μορφή πολιτισμένης ζωής».

Λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του επιχειρηματία και της γραμματέας του, έφυγε από τη ζωή και ο γιατρός που εξέτασε τα νεφρά του άτυχου τραπεζίτη και επιβεβαίωσε αυτό που υποπτεύονταν όλοι: την ύπαρξη της δηλητηριώδους ουσίας στον οργανισμό του. Την ίδια περίπου περίοδο βρέθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης και ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος.

Ηθικός αυτουργός του εγκλήματος

Ήταν ο στενότερος συνεργάτης, αλλά και αδελφικός φίλος του τραπεζίτη Βλάντιμιρ Χουτσισβίλι. Συνελήφθη στο μετρό, ενώ είχε μόλις γυρίσει από πολύμηνη διαμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες, προφανώς σε μία προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματός του. Έγινε γνωστό πως την ημέρα της δηλητηρίασης έμεινε τουλάχιστον δύο ώρες στο γραφείο του φίλου του, ενώ εκείνος έλειπε. Ήταν αυτός που άνοιξε την πόρτα στο δολοφόνο.

Παρ’ ότι επί μήνες δήλωνε αθώος, υποστηρίζοντας ότι το θύμα ήταν φίλος του, τελικά ομολόγησε το έγκλημά του. Όπως αργότερα εκμυστηρεύτηκε στις αρχές, αποφάσισε να προχωρήσει στη δολοφονία του συνεργάτη του μετά από έναν καυγά που είχαν. Ο Κιβελίδης του ανακοίνωσε την πρόθεσή του να εκδώσει αρκετές μετοχές, κάτι που θα αποδυνάμωνε τη θέση του Χουτσισβίλι στην τράπεζα.

Αρκετά χρόνια μετά τη δολοφονία, οι αρχές έψαχναν και τον άνθρωπο που τοποθέτησε το δηλητήριο στην τηλεφωνική συσκευή, αν και φήμες τον ήθελαν νεκρό εξαιτίας της έκθεσής του στη δηλητηριώδη ουσία. Τελικά, ο Χουτσισβίλι καταδικάστηκε σε εννέα χρόνια φυλάκισης. Παρά το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για κάθε πτυχή της υπόθεσης, τα ρωσικά Μίντια, όπως και η κυβέρνηση, άφησαν την υπόθεση να ξεχαστεί.

Αρνήθηκαν να δημοσιοποιήσουν το όνομα ή την σύνθεση της ουσίας που στοίχισε την ζωή των δύο συνεργατών. Περιορίστηκαν στο να την χαρακτηρίσουν «αυστηρά απόρρητη». Αυτό που έγινε, όμως, γνωστό είναι ότι λίγες ώρες πριν πεθάνει ο Κιβελίδης είπε στον αδελφό και στους συνεργάτες του: «Με έφαγαν. Πρέπει να με δηλητηρίασαν. Νομίζω ότι πλησιάζει το τέλος μου». Τα μάτια του είχαν πρηστεί, είχε φριχτό πονοκέφαλο, ενώ τα όργανά του κατέρρευσαν μέσα σε διάστημα λίγων ωρών.

Εξαρχής κατέστη σαφές ότι πίσω από τη δολοφονία του Κιβελίδη δεν υπήρχαν πολιτικά κίνητρα. Η παρουσία, όμως, σύσσωμης της κυβέρνησης στην κηδεία του, κουβάλησε μία έντονη πολιτική σημειολογία: «η βαρβαρότητα, τα συμβόλαια θανάτου και οι μακάβριες τακτικές έπρεπε να σταματήσουν». Μόνο τη χρονιά εκείνη, 500 συμβόλαια θανάτου κόστισαν τις ζωές δεκάδων σημαντικών προσωπικοτήτων.

Οι σωματοφύλακες δεν αρκούν

Ελάχιστα από αυτά τα εγκλήματα διαλευκάνθηκαν, ενώ τα ενενήντα από αυτά αφορούσαν επιχειρηματίες. «Όσους σωματοφύλακες και αν έχει κανείς δεν μπορεί να σωθεί από δηλητήριο, το οποίο μπορεί να τοποθετηθεί σε ασανσέρ, τηλέφωνο, χερούλι ή οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς», είχε πει ο κολλητός φίλος του Κιβελίδη και εξίσου μεγάλος επιχειρηματίας που την περίοδο εκείνη κυκλοφορούσε με 200 σωματοφύλακες και με δοκιμαστές φαγητών.

Ο ίδιος ο Κιβελίδης, μάλιστα, ανήκε στους σκληρούς επικριτές του υπουργείου Εσωτερικών και Ασφάλειας για την αδυναμία τους να βάλουν ένα φρένο σ’ αυτό τον κύκλο αίματος. Ένα μήνα πριν τον δικό του θάνατο, είχε παραβρεθεί στην κηδεία ενός ανταγωνιστή του, του ιδρυτή της Yugorsky Bank, τον οποίο είχαν μαχαιρώσει άγνωστοί έξω από το σπίτι του.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο ιδιοκτήτης του αγαπημένου του εστιατορίου είχε χάσει την ζωή του μαζί με την εφτάχρονη κόρη του, όταν το αυτοκίνητό του ανατινάχθηκε από εκρηκτικό μηχανισμό που είχαν τοποθετήσει άγνωστοι. Τότε ο Κιβελίδης είχε δώσει μία συνέντευξη, κάνοντας λόγο για «δύσκολη εποχή να είναι κανείς προνομιούχος».

Ο μακάβριος τρόπος θανάτου του, πάντως, έφτασε μέχρι την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Ο πλούτος και οι πολιτικές επιρροές του ενέπνευσαν δεκάδες δημοσιεύματα. Η εφημερίδα New York Times ασχολήθηκε ενδελεχώς με την υπόθεση με ένα πολυσέλιδο δημοσίευμα με τον τίτλο: «προσθέστε και το δηλητήριο στα ρίσκα που παίρνει ένας πετυχημένος επιχειρηματίας του σήμερα».

bookmark icon