Κολλημένη με την ανατροπή των μουλάδων η Ουάσινγκτον…
21/07/2026
Αμερικανικοί στόχοι, στρατηγικοί σχεδιασμοί και η περίπτωση του Ιράν: Θα ήταν σφάλμα να υποθέσουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η πιο πλούσια σε πόρους αυτοκρατορία στην ανθρώπινη ιστορία, λειτουργεί σε σχέση με το Ιράν βάσει των ασυνάρτητων αποφάσεων μιας ομάδας πολιτικών τύπου Τραμπ και Χέγκσεθ.
Η πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη, και περιλαμβάνει ένα ολόκληρο θεσμικό οικοσύστημα (δρώντες, φορείς, φόρα) με συνοχή και δυναμική που σκέφτεται, σχεδιάζει και προσαρμόζεται εδώ και δεκαετίες με λίγο-πολύ την ίδια κοσμοθεωρία. Η θεσμική μνήμη που διαμορφώνει τις αποφάσεις είναι αυτή που παίζει τον βασικό ρόλο στην στρατηγική κατά του Ιράν.
Η συνεκτικότητα του οικοσυστήματος εξασφαλίζεται μέσω μιας στρατηγικής δομής και των ινστιτούτων και οργανισμών που την υποστηρίζουν, επιτρέποντας σε διαφορετικούς παράγοντες και τομείς να παράγουν τις σχετικές εκθέσεις γεωπολιτικής. Υπάρχει σαφής συντονισμός, επειδή οι άνθρωποι αυτών των ινστιτούτων και οργανισμών έχουν κοινά κίνητρα· ταυτόχρονα, μέσω διερευνητικών συζητήσεων αξιολογούνται διάφορα σενάρια, εξετάζονται συμβιβασμοί, προγραμματίζονται ελιγμοί, αποκαλύπτονται κρυμμένοι κίνδυνοι και προτείνονται διέξοδοι.
Είναι ένας στρατηγικός σχεδιασμός που αποκαλύπτει μια ηγεμονία που είναι βαθιά ριζωμένη, πλήρως προσαρμοστική και θεσμικά ανθεκτική. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο ηγεμονικός μηχανισμός σχεδιάζεται και λειτουργεί στην πράξη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του.
Μεταβαλλόμενοι σχεδιασμοί κατά του Ιράν
Οι κυρίαρχοι στόχοι της Ουάσιγκτον παραμένουν σταθεροί (π.χ., διαχείριση των παγκόσμιων ενεργειακών ροών), αλλά ο στρατηγικός σχεδιασμός τους (μέθοδοι και μέσα οπλοποίησης των ροών) προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Δεν υπάρχει, τουτέστιν, κάποιο αλάνθαστο και αμετάβλητο “μάστερ πλαν” στρατηγικού σχεδιασμού, μ΄ έναν μοναδικό συντάκτη μιας και μοναδικής εγκυκλίου. Ο πραγματικός σχεδιασμός είναι ένας συνεχής, επαναλαμβανόμενος κύκλος διαμόρφωσης, εφαρμογής, αξιολόγησης, αναθεώρησης, εξόδου.
Είναι μια διαδικασία που κατανέμεται σε διάφορες ομάδες εργασίας, ινστιτούτα, λόμπι, επιτροπές, οργανισμούς – δημόσιους και ιδιωτικούς, κυβερνητικούς και μη, επίσημους και άτυπους: Ατλαντικό Συμβούλιο (AC), Ινστιτούτο Brookings, Ίδρυμα Carnegie, Εταιρεία RAND, Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (CFR), Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (NSC), Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CISI), Ινστιτούτο Πολιτικής Τεχνητής Νοημοσύνης (AIPI), Κέντρο Ασφάλειας και Αναδυόμενης Τεχνολογίας (CSET), Σχολή Πολέμου Στρατού (USAWC), Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων (IDA).
Επιρροές στη διαδικασία σχεδιασμού
Οι μελέτες (απόρρητες ή αποχαρακτηρισμένες) ειδικών στα άνωθεν επηρεάζουν σημαντικά την πολιτική ατζέντα των ΗΠΑ και τη θέσπιση νομοθεσίας. Καθοριστική επιρροή είχαν η ομάδα μελέτης “The Inquiry” στον επαναπροσδιορισμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Ουίλσον μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· του Ινστιτούτου Brookings στη σύνταξη του Σχεδίου Μάρσαλ· του NSC στη στρατιωτική επέμβαση στην Κορέα· του Ιδρύματος Heritage στις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις του Ρίγκαν· του στρατιωτικο-βιομηχανικού λόμπι (MIC) στη μιλιταριστική πολιτική του Μπους του νεότερου· του Κέντρου για την Αμερικανική Πρόοδο (CAP) στις μεταρρυθμίσεις υγειονομικής περίθαλψης του Ομπάμα.
Η πλοήγηση σ΄αυτό το αχανές οικοσύστημα και η προσαρμογή στις τριβές, αντιπαραθέσεις και προσαρμογές στις μεταβαλλόμενες συνθήκες που συνεπάγεται είναι μέρος της διαδικασίας σχεδιασμού. Η στρατηγική στο κρίσιμο ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας έχει διατυπωθεί, δοκιμαστεί, αξιολογηθεί, κανονικοποιηθεί για δεκαετίες από επίσημους φορείς στο ανώτατο επίπεδο.
Δεν αφορά πρωτίστως τον φυσικό εφοδιασμό, αλλά τον ασφυκτικό έλεγχο των υποδομών και τον οικονομικό στραγγαλισμό που διασφαλίζουν ότι το εμπόριο ενέργειας -όποιος και αν την παράγει- διοχετεύεται μέσω μιας ελεγχόμενης από τις ΗΠΑ οικονομικής αρχιτεκτονικής, πιστοποιείται από δυτικές ασφαλιστικές αγορές και το πλεονάζον κεφάλαιο που προκύπτει ανακυκλώνεται στη Γουόλ Στριτ.
Παγίδες της στρατιωτικής ισχύος
Ενώ ο στρατηγικός σχεδιασμός είναι η διαδικασία με την οποία τα κράτη χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές και άλλες δυνατότητές τους για να επιτύχουν τους υψηλότερους στόχους τους, παρατηρείται ένα συνεχιζόμενο μοτίβο κακής χρήσης της στρατιωτικής ισχύος. Επειδή ο στρατηγικός σχεδιασμός είναι η τέχνη του να κάνεις τη στρατιωτική ισχύ να έχει σημασία, μια ασυμμετρία στρατηγικής ικανότητας μπορεί να αντισταθμίσει μια μεγάλη ασυμμετρία στρατιωτικής ισχύος.
Oι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είναι ένα τόσο εντυπωσιακό εργαλείο, ώστε πολλοί πρόεδροι μπαίνουν στον πειρασμό να τις χρησιμοποιήσουν, συχνά χωρίς να έχουν ζυγίσει προσεκτικά τις πιθανούς κινδύνους: Αποφάσεις βασισμένες αποκλειστικά σε εύκολα μετρήσιμα ποσοτικά στοιχεία, αγνοώντας τους πιο δύσκολα μετρήσιμους ποιοτικούς παράγοντες (γνωστή ως “πλάνη Μακναμάρα“)· ασαφής στρατηγική εξόδου· ψευδαίσθηση βραχύχρονου πολέμου· αποστροφή στις ψυχρά λογικές προσεγγίσεις ενός πολέμου υπέρ των ιδεολογικών συζητήσεων για εξάπλωση της δημοκρατίας και των αμερικανικών αξιών· έλλειψη ευρείας λαϊκής υποστήριξης.
Εξαιτίας των παραπάνω, η Ουάσιγκτον έχει περιστασιακά διαπιστώσει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν διασφαλίζει τη στρατηγική επιτυχία. Αυτό φαίνεται να γίνεται και με το Ιράν. Ο κυρίαρχος στόχος της Ουάσιγκτον παραμένει σταθερός (εξουδετέρωση του Ιράν ως απειλής στον έλεγχο της Μέσης Ανατολής), αλλά ο σχεδιασμός μεταβάλλεται συνεχώς, έχοντας περάσει μέχρι τούδε από πέντε φάσεις.
Οι φάσεις στο σχέδιο κατά του Ιράν
Πρώτη φάση: Το “Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης” (JCPOA-2015) του Ομπάμα στόχευε στη διαχείριση του πυρηνικού ιρανικού προγράμματος μέσω διαπραγματεύσιμων περιορισμών. Το 2018 αξιολογήθηκε υπό την κυβέρνηση Τραμπ και κρίθηκε ακατάλληλο για την ευρύτερη περιφερειακή ανάσχεση του Ιράν.
Δεύτερη φάση: Το σχέδιο αναθεωρήθηκε σε οικονομικό στραγγαλισμό (προκάλεσε τη χειρότερη οικονομική κρίση στο Ιράν εδώ και 40 χρόνια). Όταν και αυτός κρίθηκε ανεπαρκής για να οδηγήσει στην ιρανική συνθηκολόγηση, κλιμακώθηκε σε ενεργή βία (δολοφονία Σουλεϊμανί το 2020, συγκαλυμμένα σαμποτάζ ενεργειακών υποδομών), προκαλώντας τον πόλεμο του 2024-2026.
Μυωπικότητα και μανούβρες
Οι κακές εκτιμήσεις του επιτελείου του Τραμπ ήταν αλλεπάλληλες: Οι δολοφονίες των Ιρανών ηγετών γύρισαν μπούμερανγκ, ο ιρανικός λαός δεν ξεσηκώθηκε αλλά ενώθηκε γύρω από την ηγεσία του και η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν προκάλεσε την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Η CIA δεν κατάφερε να οργανώσει μια πορτοκαλί “λαϊκή” επανάσταση όπως στο Κίεβο, ούτε να αλώσει τον κρατικό μηχανισμό όπως στο Καράκας.
Τρίτη φάση: Ο πόλεμος αξιολογήθηκε σε πραγματικό χρόνο. Η εντυπωσιακή ισχύς πυρός των αμερικανικών δυνάμεων τύφλωσε τον Τραμπ ως προς τους περιορισμούς στην ικανότητά τους να επιβληθούν σ΄ έναν νοήμονα εχθρό, που αντιδρά στη χρήση βίας με απροσδόκητο τρόπο.
Προκαλεί εντύπωση ότι το επιτελείο Τραμπ δεν υπολόγισε την αναμενόμενη στήριξη της Ρωσίας στο Ιράν με κρίσιμες πληροφορίες και ακριβή στόχευση αμερικανικών βάσεων. Τώρα τρέχει να κλιμακώσει τις νατο-ουκρανικές επιθέσεις κατά της Ρωσίας, να χειραγωγήσει τις διεθνείς αγορές πετρελαίου (BBC) και να επιβάλλει νέες κυρώσεις (NBCNews) προσπαθώντας να αποτρέψει το Κρεμλίνο από το να εξακολουθήσει να στηρίζει το Ιράν.
Μνημόνιο ανακλητών υποσχέσεων
Ο Τραμπ προχώρησε σε ναυτικό αποκλεισμό του Ορμούζ –Απρίλιος 2026 (Reuters). Βέβαια, δεν ήταν ιδέα της στιγμής του Τραμπ. Εδώ και δεκαετίες, διάφορες μελέτες πρότειναν σενάρια χειρισμού ενδεχόμενου κλεισίματος του Ορμούζ (π.χ., αποχαρακτηρισμένη έκθεση του Brookings του 2016 είχε επικεντρωθεί στον ναυτικό αποκλεισμό με τον οποίο οι ΗΠΑ θα αντιμετώπιζαν το κλείσιμο του Ορμούζ).
Τέταρτη φάση: Έχοντας αποτύχει στην συνθηκολόγηση του Ιράν με στρατιωτικά μέσα, ο σχεδιασμός αναθεωρήθηκε, παίρνοντας τη μορφή του Μνημονίου Κατανόησης (MoU): Προσφέρει στο Ιράν εύκολα ανακλητές υποσχέσεις (ελεγχόμενη διέξοδος οικονομικής ρευστότητας), και σε αντάλλαγμα αποσπά δύσκολα αναστρέψιμες παραχωρήσεις λόγω διεθνών πιέσεων (άνοιγμα Ορμούζ, πάγωμα πυρηνικού προγράμματος).
Το MoU δεσμεύει το Ιράν σε μια νέα πραγματικότητα, τόσο σε επίπεδο διπλωματίας όσο και υποδομών. Όχι μόνο κάνει ένα μελλοντικό κλείσιμο του Ορμούζ να έχει μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό κόστος για το Ιράν στη διεθνή σκηνή, αλλά επίσης χειραγωγεί άμεσα την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ανταγωνιστικών φατριών στο εσωτερικό του, υπαγορεύοντας ποιος αποκτά πολιτικό κεφάλαιο και πότε. Πρόκειται για απόπειρα δομικού κατακερματισμού της εσωτερικής συνοχής του Ιράν. Η άρνηση του Ισραήλ να υποχωρήσει στον Λίβανο, μάλλον γλύτωσε το Ιράν από τη δομική παγίδα του MoU.
Πρωτεϊκή προσήλωση
Πέμπτη φάση: Οι ναυτιλιακές οδοί είναι πλέον το πεδίο μάχης. Η ικανότητα του Ιράν να ελέγχει το Ορμούζ, παρά τις καταστροφές που υπέστη το ναυτικό του, ήταν το σημαντικότερο μάθημα της 3ης φάσης. Το πρόσφατο κύμα βομβαρδισμών στοχεύει «να αναγκαστεί το Ιράν να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση από το Ορμούζ, και να επαναληφθούν οι συνομιλίες σε πιο δύσκολα, μακροπρόθεσμα ζητήματα, όπως το εμπλουτισμένο ουράνιο – ο χρόνος δουλεύει υπέρ των ΗΠΑ καθώς η οικονομία του Ιράν καταρρέει» (New York Times).
Οι αμερικανικές επιχειρήσεις οδηγούν σε ακραία στρατιωτική βία (δολοφονίες 165 μαθητριών από πύραυλο Τόμαχοκ κ.λπ.), γι’ αυτό παίρνονται τα ανάλογα μέτρα: «Η κυβέρνηση Τραμπ κήρυξε πόλεμο στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC)· o πραγματικός της στόχος είναι να διασφαλίσει ατιμωρησία για τα εγκλήματα πολέμου» (The Guardian). Τέτοιες ενέργειες οδηγούν στην κανονικοποιήσει της βίας στις διεθνείς σχέσεις, που ίσως στιγματίσει την Προεδρία του Τραμπ.
Με ή χωρίς τον Τραμπ, οι κυρίαρχοι στόχοι της Ουάσιγκτον παραμένουν σταθεροί. Αυτό σημαίνει ότι, μετά την λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αν δεν βρεθεί λύση της αρεσκείας της, θα εξακολουθήσει να πιέζει το Ιράν μέσω των διεθνών μηχανισμών της: Σύστημα δολαριοποίησης, αρχιτεκτονική κυρώσεων, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, οπλοποίηση νομικών και κανονιστικών πλαισίων, συγκαλυμμένες επιχειρήσεις φθοράς.





