Νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Άγκυρας-Βρυξελλών;
24/09/2026
H νέα έκθεση του ECFR αλλάζει τη διάγνωση για την Τουρκία, όχι όμως και τη συνταγή. Για τρεις δεκαετίες, η ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Τουρκία φαίνεται να αλλάζει μαζί με τις συνθήκες, χωρίς όμως να εγκαταλείπει πλήρως τη βασική της λογική.
Η προοπτική ένταξης στην ΕΕ έχει απομακρυνθεί, η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε μια περισσότερο αυτόνομη περιφερειακή δύναμη και οι σχέσεις Άγκυρας–Βρυξελλών έχουν γίνει πιο σύνθετες. Ωστόσο, η Ευρώπη εξακολουθεί να αναζητά τρόπους να επηρεάζει τις επιλογές της Άγκυρας.
Αυτό είναι το παράδοξο που βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), με τίτλο «Ένας ξένος εντός: Το παράδοξο της σχέσης Ευρώπης–Τουρκίας», των Aslı Aydıntaşbaş και Evren Balta, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026. Η έκθεση περιγράφει την Τουρκία ως έναν «ενσωματωμένο ξένο»: μια μεσαία δύναμη που επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, όχι εγκαταλείποντας το δυτικό σύστημα, αλλά αξιοποιώντας τη θέση της μέσα σε αυτό.
Κατά τους δύο συγγραφείς, η Άγκυρα δεν επιλέγει πλέον ανάμεσα στη Δύση και στους άλλους πόλους ισχύος. Αντίθετα, επιδιώκει να διατηρεί σχέσεις με διαφορετικά κέντρα ισχύος ταυτόχρονα, ώστε καμία από αυτές τις σχέσεις να μην καταστεί αναντικατάστατη. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει σχέσεις με τη Ρωσία, τον Κόλπο και τον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο.
Από την ένταξη στη «διαχειριζόμενη αλληλεξάρτηση»
Η αλλαγή είναι σημαντική. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα ήταν ότι η Τουρκία μπορούσε να μεταμορφωθεί μέσω της διαδικασίας ένταξης. Οι μεταρρυθμίσεις, η δημοκρατική προσαρμογή και η οικονομική σύγκλιση θεωρούνταν μέρος μιας διαδικασίας που θα οδηγούσε σταδιακά την Τουρκία στην Ευρώπη. Σήμερα, σύμφωνα με τους Aydıntaşbaş και Balta, αυτή η υπόθεση δεν είναι πλέον ρεαλιστική.
Η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό περιφερειακό παίκτη, με στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, ισχυρή γεωγραφική θέση και δυνατότητα επικοινωνίας με χώρες και παράγοντες στους οποίους η Ευρώπη δεν έχει πάντα εύκολη πρόσβαση. Την ίδια στιγμή, όμως, εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη Δύση: από το ΝΑΤΟ για την ασφάλειά της, από την Ευρώπη ως βασική αγορά των εξαγωγών της και από δυτικές τεχνολογίες και κεφάλαια.
Η έκθεση, επομένως, προτείνει στην Ευρώπη να πάψει να προσπαθεί να «μεταμορφώσει» την Τουρκία και να αξιοποιήσει αυτή την αλληλεξάρτηση. Το πεδίο συνεργασίας είναι ευρύ: άμυνα, περιφερειακή ασφάλεια, μεταναστευτικό, εμπορικές διαδρομές προς τη Μέση Ανατολή, Τελωνειακή Ένωση και θαλάσσια ασφάλεια.
Η κριτική του Koru
Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο Τούρκος αναλυτής Selim Koru, ο οποίος βλέπει στη νέα έκθεση μια αλλαγή προσέγγισης, αλλά και μια συνέχεια της παλαιότερης ευρωπαϊκής πολιτικής. Ο Koru θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι οι συγγραφείς της έκθεσης αναγνωρίζουν πως η ευρωπαϊκή πολιτική που βασιζόταν στην προοπτική μετασχηματισμού της Τουρκίας δεν έχει αποδώσει και ότι η Άγκυρα θα συνεχίσει να ακολουθεί τον δικό της δρόμο.
Ωστόσο, εντοπίζει μια αντίφαση: ενώ η έκθεση εισηγείται την εγκατάλειψη του στόχου της «μεταμόρφωσης» της Τουρκίας και τη μετάβαση σε επιμέρους συμφωνίες, παράλληλα προτείνει να συνδέεται η πρόσβαση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα με συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο και την πρόοδο στο Κυπριακό. Για τον Koru, πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα εκδοχή της παλιάς πολιτικής των όρων και των ανταλλαγμάτων. Η διαφορά είναι ότι πλέον δεν αφορά έναν συνολικό μετασχηματισμό της Τουρκίας, αλλά επιμέρους συμφωνίες: η Ευρώπη προσφέρει πρόσβαση, χρηματοδότηση ή συνεργασία και η Άγκυρα καλείται να κάνει συγκεκριμένα βήματα.
«Η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία»
Πίσω από αυτή την αλλαγή βρίσκεται, σύμφωνα με τον Koru, μια νέα πραγματικότητα. Η τουρκική γεωγραφία, η αμυντική της βιομηχανία, η στρατιωτική της ισχύς, η θέση της απέναντι στη Ρωσία, η πρόσβαση στη Μέση Ανατολή και η δυνατότητά της να λειτουργεί ως δίαυλος με διαφορετικούς περιφερειακούς παράγοντες έχουν αυξήσει τη στρατηγική της σημασία για την Ευρώπη.
Η ίδια η έκθεση του ECFR επισημαίνει ότι η οικονομία, ο ιδιωτικός τομέας, η αμυντική βιομηχανία και η κοινωνία της Τουρκίας παραμένουν βαθιά συνδεδεμένα με τη Δύση, ιδιαίτερα με την Ευρώπη. Η ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί το οικονομικό «κέντρο βάρους» της Τουρκίας, ενώ η Τελωνειακή Ένωση, που ισχύει από το 1996, έχει δημιουργήσει πολύ βαθύτερη οικονομική διασύνδεση από μια απλή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Ταυτόχρονα, όμως, η Τουρκία έχει αποκτήσει δικά της εργαλεία ισχύος. Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο που περιγράφει το ECFR: η Τουρκία δεν απομακρύνεται από τη Δύση, αλλά ούτε επιστρέφει σε μια σχέση στρατηγικής ευθυγράμμισης μαζί της.
Η Τελωνειακή Ένωση, η άμυνα και η Ανατολική Μεσόγειος
Η ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος. Η έκθεση υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός της Τουρκίας από τις νέες ευρωπαϊκές αμυντικές δομές θα ήταν αντιπαραγωγικός, καθώς η Ευρώπη επανεξοπλίζεται και η Τουρκία διαθέτει σημαντικές παραγωγικές και τεχνολογικές δυνατότητες στον αμυντικό τομέα.
Ωστόσο, Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζουν το ζήτημα μέσα από το πρίσμα των δικών τους διαφορών ασφαλείας με την Άγκυρα. Το ECFR αναγνωρίζει ότι οι εκκρεμότητες στην Ανατολική Μεσόγειο περιορίζουν την ικανότητα της Ευρώπης να ενσωματώσει βαθύτερα την Τουρκία στην υπό διαμόρφωση αμυντική αρχιτεκτονική της. Η πρόταση των συγγραφέων είναι μια πιο ευέλικτη προσέγγιση: συνεργασία ανά πρόγραμμα, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εγγυήσεις και δυνατότητα αναστροφής των συμφωνιών.
Ευρώπη-Τουρκία: Τρεις δεκαετίες μετά, η ίδια συζήτηση;
Εδώ βρίσκεται και το βασικό επιχείρημα του Koru. Από τις αισιόδοξες εκθέσεις των αρχών της δεκαετίας του 2000, όταν η Τουρκία παρουσιαζόταν ως χώρα που μπορούσε να μετασχηματιστεί μέσω της ευρωπαϊκής προοπτικής, μέχρι τις σημερινές προτάσεις για συνεργασία στην άμυνα, το εμπόριο και την ασφάλεια, η εικόνα της Τουρκίας έχει αλλάξει δραματικά. Αυτό που, σύμφωνα με τον Koru, δεν έχει αλλάξει είναι η ευρωπαϊκή ανάγκη να διατηρεί κάποιον μηχανισμό επιρροής πάνω στην Άγκυρα.
Η παλιά λογική των «καρότων και μαστιγίων» έχει μετατραπεί σε κάτι πιο περιορισμένο και τεχνοκρατικό: συμφωνίες, πρόσβαση σε προγράμματα, χρηματοδότηση, θεωρήσεις, αμυντική συνεργασία και εμπορικά ανταλλάγματα. Ο Koru αντιμετωπίζει αυτή την εξέλιξη με έντονη ειρωνεία, περιγράφοντας τη νέα προσέγγιση ως ένα είδος «κυβερνο-ζόμπι» της παλιάς ευρωπαϊκής πολιτικής: νέα γλώσσα και νέες προτάσεις, αλλά με την ίδια βασική ιδέα να επιβιώνει από κάτω.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον αν η Τουρκία θα «μεταμορφωθεί» ώστε να γίνει ευρωπαϊκή. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς Ευρώπη και Τουρκία θα διαχειριστούν μια σχέση στην οποία η μία πλευρά χρειάζεται την άλλη, χωρίς καμία από τις δύο να είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη στρατηγική της αυτονομία. Και αυτό, ίσως, είναι το νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Άγκυρας–Βρυξελλών.





