ΑΝΑΛΥΣΗ

Θα φτάσει σε ανοιχτή σύγκρουση η αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας;

Θα φτάσει σε ανοιχτή σύγκρουση η αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας; Ευθύμιος Τσιλιόπουλος
EPA/ABIR SULTAN

Τον Αύγουστο του 2026 ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία (και άνθρωπος του Ντόναλντ Τραμπ) Τομ Μπάρακ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονται για μηχανισμό αποκλιμάκωσης μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας, αλλά αυτό δεν φαίνεται αρκετό σε ένα πεδίο που αποτελεί μια πυριτιδαποθήκη στην Μέση Ανατολή.

Η δυναμική των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ έχει εισέλθει τα τελευταία χρόνια σε μια περίοδο αυξανόμενης στρατηγικής αντιπαράθεσης. Παρότι οι διαφωνίες μεταξύ των δύο κρατών έχουν συχνά αποδοθεί στις διαφορετικές πολιτικές τους προσεγγίσεις στο Παλαιστινιακό, ή σε εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, οι πρόσφατες εξελίξεις υποδηλώνουν μια βαθύτερη και περισσότερο δομική μεταβολή.

Η αντιπαράθεση αφορά πλέον, όχι μόνο διμερείς πολιτικές διαφορές, αλλά και τον ανταγωνισμό για την επιρροή και τη διαμόρφωση της περιφερειακής τάξης ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Υπό αυτή την έννοια, μια παρατήρηση του Τούρκου αναλυτή Αλί Μουράτ Κουρσούν περί “συρρίκνωσης των ζωνών ασφαλείας” είναι ιδιαίτερα χρήσιμη: Οι γεωγραφικοί και πολιτικοί χώροι που στο παρελθόν λειτουργούσαν ως ενδιάμεσες ζώνες μεταξύ των δύο κρατών περιορίζονται σταδιακά, αυξάνοντας την πιθανότητα άμεσης στρατηγικής τριβής. Κεντρικό πεδίο αυτής της εξέλιξης αποτελεί η μετα-Άσαντ Συρία.

Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ δημιούργησε ένα σημαντικό κενό ισχύος, το οποίο η Τουρκία επιδιώκει να επηρεάσει αποφασιστικά. Η Άγκυρα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ενίσχυση μιας κεντρικής συριακής κρατικής αρχής, ικανής να ασκεί έλεγχο στην επικράτεια και να περιορίζει τη δράση ένοπλων-μη κρατικών δρώντων. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με την τουρκική αντίληψη περί εθνικής ασφάλειας, καθώς η παρουσία κουρδικών ένοπλων οργανώσεων κατά μήκος των τουρκοσυριακών συνόρων αντιμετωπίζεται ως άμεση απειλή.

Οι καχυποψίες του Ισραήλ

Η ισραηλινή προσέγγιση, αντιθέτως, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διατήρηση της επιχειρησιακής ελευθερίας δράσης και στην αποτροπή της δημιουργίας στρατιωτικών δυνατοτήτων που θα μπορούσαν να απειλήσουν το Ισραήλ. Οι ισραηλινές ανησυχίες αφορούν την ασφάλεια των συνόρων του Γκολάν, τη σταθερότητα της νέας συριακής εξουσίας, την παρουσία ένοπλων οργανώσεων και την πιθανότητα ανασύστασης δικτύων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά οπλισμού προς τον Λίβανο. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το ενδιαφέρον του Ισραήλ για τους Δρούζους στη νότια Συρία.

Το ισραηλινό ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται στους Δρούζους. Αντίστοιχη, αν και διαφορετικής φύσης, σημασία έχει για το Ισραήλ η διατήρηση της θέσης των Κούρδων στη βόρεια και βορειοανατολική Συρία. Η ισραηλινή στρατηγική σκέψη έχει επί σειρά ετών αντιμετωπίσει τους Κούρδους ως δυνητικό αντίβαρο σε περιφερειακούς δρώντες που θεωρούνται απειλητικοί για την ισραηλινή ασφάλεια. Η θέση αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην επίσημη υποστήριξη ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, αλλά υποδηλώνει ότι η πλήρης αποδυνάμωση των κουρδικών δυνάμεων δεν θεωρείται κατ’ ανάγκην προς το ισραηλινό συμφέρον.

Τα προβλήματα στη Συρία

Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία, καθώς η ενίσχυση των κουρδικών πολιτικών και στρατιωτικών δομών στη Συρία βρίσκεται στον πυρήνα των τουρκικών αντιλήψεων περί εθνικής ασφάλειας. Επομένως, οι δύο χώρες δεν διαφωνούν μόνο για την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία, αλλά και για το είδος της πολιτικής και εδαφικής τάξης που θα πρέπει να διαμορφωθεί μετά τον Άσαντ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία μπορεί να εκληφθεί από το Ισραήλ ως περιορισμός της επιχειρησιακής του ελευθερίας. Η επίθεση στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ τον Αύγουστο του 2026 αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της νέας πραγματικότητας. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η δράση του συνδεόταν με την προσπάθεια αποτροπής της εγκατάστασης τουρκικών συστημάτων ραντάρ και αεράμυνας, τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν την ισραηλινή ελευθερία επιχειρήσεων.

Ανεξάρτητα από την ακρίβεια των εκατέρωθεν ισχυρισμών, το περιστατικό καταδεικνύει μια ποιοτική μεταβολή: Οι στρατιωτικές δραστηριότητες των δύο χωρών στη Συρία πλησιάζουν πλέον σε σημείο άμεσης αλληλεπίδρασης.

Προληπτική δράση;

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της ισραηλινής πρακτικής της προληπτικής στρατιωτικής δράσης. Η λογική αυτή έχει εφαρμοστεί επί σειρά ετών εναντίον μη κρατικών οργανώσεων και στρατιωτικών δικτύων που το Ισραήλ θεωρεί απειλητικά. Η εφαρμογή της, όμως, απέναντι σε μια διαδικασία κρατικής οικοδόμησης – στην οποία συμμετέχει μια ισχυρή συμβατική στρατιωτική δύναμη, όπως η Τουρκία – μεταβάλλει σημαντικά το επίπεδο κινδύνου. Η στοχοποίηση υποδομών ή δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα με την τουρκική παρουσία δημιουργεί πλέον πιθανότητα διακρατικής κλιμάκωσης, την οποία οι επιχειρήσεις εναντίον μη κρατικών οργανώσεων δεν συνεπάγονταν στον ίδιο βαθμό.

Η Τουρκία, μέχρι στιγμής, φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό στρατηγικής επιμονής και ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ικανότητας, αποφεύγοντας την άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Μια τέτοια αντιπαράθεση θα μπορούσε να υπονομεύσει τον ευρύτερο τουρκικό στόχο για εδραίωση της επιρροής της στη Συρία. Παράλληλα, όμως, η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τις στρατιωτικές και πολιτικές της δυνατότητες, ώστε να αυξήσει το κόστος μιας μελλοντικής ισραηλινής επέμβασης σε περιοχές που θεωρεί στρατηγικά σημαντικές.

Ο ανταγωνισμός επεκτείνεται παράλληλα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεργασία μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με ευρωπαϊκές και ενεργειακές πρωτοβουλίες, αντιμετωπίζεται από την Άγκυρα ως πιθανός περιορισμός της τουρκικής γεωπολιτικής επιρροής. Η τουρκική προσέγγιση συνδέεται με το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”, το οποίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη ναυτική ισχύ και στην προστασία των τουρκικών συμφερόντων στη θαλάσσια περιφέρεια.

Οι τουρκικές θέσεις εναντίον όλων

Εδώ εντοπίζεται μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες της υπόθεσης περί “συμπεριληπτικού” περιφερειακού πλαισίου που προτείνουν Τούρκοι αναλυτές: Οι τουρκικές αντιλήψεις περί θαλάσσιων δικαιωμάτων βρίσκονται σε ουσιώδη απόκλιση από την ερμηνεία του διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας που αποτυπώνεται στην UNCLOS και υιοθετείται από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, 168 μέλη του OHE, ακόμη και από την Παλαιστινιακή Αρχή.

Κατά συνέπεια, η διαφωνία στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αφορά αποκλειστικά την κατανομή ενεργειακών πόρων. Συνδέεται με διαφορετικές αντιλήψεις περί κυριαρχίας, θαλάσσιας δικαιοδοσίας και περιφερειακής ισχύος. Η Κύπρος έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για το Ισραήλ, όχι μόνο λόγω της πολιτικής, ενεργειακής και αμυντικής συνεργασίας με τη Λευκωσία, αλλά και λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Μια σημαντική μεταβολή του συσχετισμού ισχύος στην Κύπρο υπέρ της Τουρκίας θα επηρέαζε άμεσα το στρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και θα περιόριζε τα περιθώρια στρατηγικού βάθους του Ισραήλ στην περιοχή.

Ένας ακόμη τομέας της αντιπαράθεσης αφορά τις υπηρεσίες πληροφοριών. Η δραστηριότητα της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών και της Μοσάντ καταδεικνύει ότι ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται πλέον στις συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες. Επιχειρήσεις αντικατασκοπείας, παρακολούθησης και αντιμετώπισης δικτύων που θεωρούνται συνδεδεμένα με τον αντίπαλο προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο στην αντιπαράθεση. Η διάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή επιτρέπει στις δύο πλευρές να ανταγωνίζονται κάτω από το όριο της άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει την αμοιβαία καχυποψία.

Τα όρια στενεύουν επικίνδυνα

Η συνολική εικόνα, επομένως, μπορεί να περιγραφεί ως σταδιακή συρρίκνωση των παραδοσιακών “ζωνών ασφαλείας” μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Η Συρία, η Ανατολική Μεσόγειος, το κουρδικό ζήτημα και ο τομέας των πληροφοριών αποτελούν πλέον αλληλένδετα πεδία ανταγωνισμού. Όσο περισσότερα από αυτά μετατρέπονται σε χώρους άμεσης αντιπαράθεσης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ενός επεισοδίου που θα μπορούσε να εξελιχθεί πέρα από τον αρχικό του χαρακτήρα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών καθίσταται κρίσιμος. Η Ουάσινγκτον καλείται να διαχειριστεί τις σχέσεις της με δύο σημαντικούς, αλλά ολοένα περισσότερο ανταγωνιστικούς, περιφερειακούς εταίρους. Το Ισραήλ αποτελεί κεντρικό εταίρο της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, ενώ η Τουρκία διατηρεί ιδιαίτερη στρατηγική σημασία λόγω της θέσης της στο ΝΑΤΟ και της γεωγραφικής της θέσης μεταξύ Ευρώπης, Μαύρης Θάλασσας και Μέσης Ανατολής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποτροπή μιας άμεσης τουρκοϊσραηλινής σύγκρουσης αποτελεί εύλογη αμερικανική προτεραιότητα.

Η πρόταση για τη δημιουργία μηχανισμών στρατιωτικής αποσυμφόρησης (deconfliction) είναι, συνεπώς, κατανοητή. Άμεσοι δίαυλοι επικοινωνίας, προειδοποίηση πριν από στρατιωτικές επιχειρήσεις και σαφείς διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης. Ωστόσο, εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διάκριση: Ο μηχανισμός deconfliction δεν ισοδυναμεί με επίλυση της σύγκρουσης. Μπορεί να μειώσει την πιθανότητα ατυχήματος ή λανθασμένου υπολογισμού, δεν μπορεί όμως να εξαλείψει τις διαφορετικές αντιλήψεις των δύο κρατών περί νομιμότητας, κυριαρχικών δικαιωμάτων και ζωτικών συμφερόντων.

Υπό το παρόν στρατηγικό πλαίσιο, συνεπώς, η δημιουργία ενός μηχανισμού αποκλιμάκωσης είναι μεν επιθυμητή, αλλά η αποτελεσματικότητά του δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται. Όσο οι δύο πλευρές θεωρούν ότι διακυβεύονται θεμελιώδη συμφέροντα ασφαλείας, οι δίαυλοι επικοινωνίας μπορούν να αποτρέψουν μια ακούσια σύγκρουση, όχι όμως κατ’ ανάγκην να αποτρέψουν συνειδητές κινήσεις ισχύος. Ιδίως εάν η Τουρκία συνεχίσει να διευρύνει τη στρατιωτική και πολιτική της παρουσία στη Συρία και να προβάλει ευρύτερες περιφερειακές διεκδικήσεις, ενώ το Ισραήλ εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει την τουρκική παρουσία ως δυνητική στρατηγική απειλή, τα περιθώρια μιας ουσιαστικής πολιτικής σύγκλισης θα παραμείνουν περιορισμένα.

Που θα φτάσει η τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση 

Συμπερασματικά, η τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση φαίνεται να υπερβαίνει πλέον τα όρια μιας προσωρινής διπλωματικής κρίσης. Πρόκειται για ανταγωνισμό σχετικά με τη μελλοντική κατανομή ισχύος και την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η μετα-Άσαντ Συρία αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης, ενώ η Ανατολική Μεσόγειος, το Κουρδικό ζήτημα, η Κύπρος και ο τομέας των πληροφοριών λειτουργούν ως παράλληλα και αλληλοσυνδεόμενα μέτωπα.

Η πρόταση του Κουρσούν για τη δημιουργία μηχανισμών αποφυγής σύγκρουσης, που αντηχεί την παραδοχή του πρεσβευτή των ΗΠΑ Τομ Μπάρακ, αποτελεί επομένως μια “χρήσιμη και ρεαλιστική” προσέγγιση στο πρόβλημα της ακούσιας κλιμάκωσης, αλλά όχι επαρκή απάντηση στις βαθύτερες αιτίες του ανταγωνισμού. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας, αλλά η διαχείριση δύο διαφορετικών και ολοένα περισσότερο ασύμβατων αντιλήψεων για την περιφερειακή τάξη.

Εάν οι ζώνες ασφαλείας μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ συνεχίσουν να συρρικνώνονται, η ανάγκη για μηχανισμούς αποκλιμάκωσης θα αυξάνεται ταυτόχρονα με τη δυσκολία αποτελεσματικής εφαρμογής τους. Υπό αυτή την έννοια, το βασικό ερώτημα δεν είναι εάν οι δύο χώρες μπορούν να αποφύγουν ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά εάν μπορούν να συνυπάρξουν στρατηγικά σε μια Μέση Ανατολή όπου τα συμφέροντά τους τέμνονται πλέον όλο και συχνότερα.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx