Οι τέσσερις συνταγές που οδηγούν την Ελλάδα στο γκρεμό
19/06/2026
Τα περισσότερα πολιτικά άρθρα αξιολογούν κυβερνήσεις με βάση την οικονομική τους αποτελεσματικότητα, τη θεσμική τους επάρκεια ή την ιδεολογική τους κατεύθυνση. Η παρούσα προσέγγιση ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Εξετάζει τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη όχι ως κομματικό φαινόμενο, αλλά ως συγκεκριμένη μορφή πολιτικού γίγνεσθαι.
Το ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση πέτυχε, ή απέτυχε σε επιμέρους πολιτικές. Το ερώτημα είναι αν οι επιλογές της διεύρυναν ή περιόρισαν το πεδίο των μελλοντικών πολιτικών δυνατοτήτων. Βασικοί όροι, αρχικά η πολιτική εντροπία: Η συσσώρευση μη ανακτήσιμων πολιτικών εντάσεων που περιορίζουν σταδιακά τις δυνατότητες μελλοντικής πολιτικής σύνθεσης. Επιπλέον οι:
- Συν-γένεση: κάθε διαδικασία μέσω της οποίας πολλαπλές πολιτικές σχέσεις συμπυκνώνονται σε ένα νέο θεσμικό, κοινωνικό ή ιστορικό γεγονός.
- Παρελθοντοποίηση: η διαδικασία μέσω της οποίας ένα γεγονός παύει να λειτουργεί ως ενεργή πολιτική ένταση.
- Λόγος: όχι η ρητορική ή ο δημόσιος λόγος, αλλά το κοινό πεδίο μέσα στο οποίο διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να συναντηθούν, να συγκρουστούν και να παραγάγουν νέες πολιτικές μορφές.
Η παρούσα ανάλυση στηρίζεται στην παραδοχή ότι κάθε πολιτική μορφή αποτελεί προσωρινή σταθεροποίηση αντιθέσεων. Η επιτυχία της δεν κρίνεται από τη διάρκεια της επιβίωσής της ούτε από τη διοικητική της αποτελεσματικότητα, αλλά από την ικανότητά της να διατηρεί ανοικτό το πεδίο του δυνατού.
Αντιστρόφως, μια πολιτική μορφή αποτυγχάνει όταν η ίδια η προσπάθεια σταθεροποίησης οδηγεί σε συσσώρευση εντάσεων που δεν μπορούν πλέον να ανακτηθούν δημιουργικά από μεταγενέστερες πολιτικές μορφές. Τότε η σταθερότητα αποκτά κόστος. Και το κόστος αυτό δεν εξαφανίζεται· μεταφέρεται στο μέλλον.
Η υπόθεση που θα διερευνηθεί εδώ είναι ότι η περίοδος 2019-2026 συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μορφής πολιτικής που δεν παράγει πρωτίστως νέες δυνατότητες, αλλά επιδιώκει τη διαχείριση και τον έλεγχο των ήδη υπαρχουσών αντιθέσεων. Με τους όρους που χρησιμοποιούνται στο παρόν κείμενο, η περίοδος αυτή μπορεί να αναγνωσθεί ως διαδικασία επιταχυνόμενης πολιτικής εντροπίας.
Η συγκέντρωση της ισχύος και η συρρίκνωση του Λόγου
Στην παρούσα οντολογική προσέγγιση ο Λόγος δεν ταυτίζεται με τη ρητορική ούτε με τη θεσμική διαβούλευση. Ο Λόγος αποτελεί το κοινό πεδίο μέσα στο οποίο οι αντιθέσεις μπορούν να εμφανιστούν, να συγκρουστούν και να παραγάγουν νέες συνθέσεις. Όσο περισσότερο μια πολιτική μορφή μεταφέρει τη λήψη αποφάσεων από το δημόσιο πεδίο σε κλειστούς μηχανισμούς, τόσο περισσότερο περιορίζει τη δυνατότητα παραγωγής νέου πολιτικού γίγνεσθαι.
Η συγκρότηση του επιτελικού κράτους, η υπαγωγή κρίσιμων μηχανισμών στο πρωθυπουργικό κέντρο, η αυξημένη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και η μετατόπιση της πολιτικής πρωτοβουλίας από συλλογικά όργανα σε στενούς πυρήνες λήψης αποφάσεων μπορούν να αναγνωσθούν ως συν-γενέσεις συγκέντρωσης ισχύος. Η σημασία τους δεν βρίσκεται πρωτίστως στο αν υπήρξαν νόμιμες ή παράνομες. Βρίσκεται στο ότι η διαφορά παύει να εμφανίζεται δημόσια και μετατρέπεται σε αντικείμενο εσωτερικής διαχείρισης. Η πολιτική μορφή καθίσταται ολοένα και περισσότερο μηχανισμός ελέγχου των διαφορών αντί πεδίο ανάδυσής τους. Αυτό συνιστά συρρίκνωση του Λόγου ως κοινού.
Οι υποκλοπές ως οντολογικό συμβάν
Συχνά οι υποκλοπές αντιμετωπίζονται ως ζήτημα νομιμότητας ή συνταγματικής τάξης. Η οντολογική τους σημασία είναι βαθύτερη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος παρακολουθούσε ποιον. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η πολιτική μορφή εξακολουθεί να ανέχεται την αβεβαιότητα που συνεπάγεται η ύπαρξη αυτόνομων πολιτικών υποκειμένων.
Κάθε μορφή εξουσίας επιθυμεί να μειώσει την αβεβαιότητα. Όμως η δημοκρατία προϋποθέτει ότι ένα μέρος της αβεβαιότητας παραμένει πάντοτε ανοικτό. Η πολιτική δεν είναι διοίκηση πλήρως προβλέψιμων διαδικασιών· είναι συνάντηση ελευθεριών, συγκρούσεων και απροσδόκητων εξελίξεων. Η παρακολούθηση προϋποθέτει μια διαφορετική λογική. Ότι η αβεβαιότητα πρέπει να περιοριστεί. Ότι η διαφορά πρέπει να γίνει γνωστή πριν εκδηλωθεί.
Ότι το πολιτικό πρέπει να προληφθεί πριν εμφανιστεί. Οι υποκλοπές αποκτούν έτσι οντολογική σημασία, διότι αποκαλύπτουν την επιθυμία της εξουσίας να γνωρίζει τη διαφορά πριν ακόμη αυτή εκδηλωθεί πολιτικά. Η υπόθεση των υποκλοπών εμφανίζεται συνεπώς ως ακραία έκφραση μιας τάσης μετατροπής της πολιτικής από πεδίο ανάδυσης σε πεδίο επιτήρησης. Η βαρύτητα του γεγονότος δεν έγκειται μόνο στις πράξεις που καταγγέλθηκαν, αλλά στην αλλαγή της σχέσης μεταξύ εξουσίας και αβεβαιότητας.
Τα Τέμπη ως σημείο μη παρελθοντοποίησης
Η κρίσιμη διάκριση δεν είναι μεταξύ μνήμης και λήθης. Είναι μεταξύ παρελθοντοποίησης και μη παρελθοντοποίησης. Ένα γεγονός παρελθοντοποιείται όταν οι εντάσεις που παρήγαγε μπορούν να ενσωματωθούν σε νέα πολιτική μορφή. Όταν δηλαδή η κοινωνία έχει βρει τρόπο να τις επεξεργαστεί δημιουργικά. Αντιθέτως, όταν η μορφή επιχειρεί να κλείσει ένα γεγονός χωρίς να επεξεργαστεί τις αντιθέσεις που αυτό αποκάλυψε, το γεγονός παραμένει ενεργό παρόν.
Τα Τέμπη αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της συνθήκης. Δεν πρόκειται μόνο για σιδηροδρομικό δυστύχημα. Αποτελούν συμπύκνωση πολλαπλών εντάσεων:
- της σχέσης κράτους και αγοράς,
- της σχέσης ιδιωτικοποίησης και δημόσιας ευθύνης,
- της σχέσης τεχνολογίας και πολιτικής λογοδοσίας,
- της σχέσης ζωής και διοικητικής αποτελεσματικότητας.
Η σημασία τους έγκειται στο ότι οι εντάσεις αυτές παραμένουν ενεργές. Υπό αυτή την έννοια, τα Τέμπη δεν αποτελούν ακόμη παρελθόν. Αποτελούν ενεργό στοιχείο του παρόντος πολιτικού πεδίου.
Η μεταφορά κόστους στο μέλλον
Ένα από τα βασικά αξιώματα της παρούσας προσέγγισης είναι ότι η βαρύτητα μιας συν-γένεσης εξαρτάται από το πόσους μελλοντικούς βαθμούς ελευθερίας αφαιρεί. Με αυτό το κριτήριο, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν:
- ο πτωχευτικός κώδικας,
- η μεταφορά περιουσιών σε funds,
- η ενεργειακή αναδιάρθρωση,
- η ιδιωτικοποίηση κρίσιμων υποδομών,
- η εξάρτηση από επιδοματικού τύπου μηχανισμούς σταθεροποίησης.
Η οντολογική σημασία αυτών των επιλογών δεν βρίσκεται στην ιδεολογική τους ταυτότητα. Βρίσκεται στο ότι μεταθέτουν το κόστος της παρούσας σταθερότητας σε μελλοντικές πολιτικές μορφές. Πρόκειται για τυπική περίπτωση βαριάς συν-γένεσης. Η παρούσα μορφή αποκτά βραχυπρόθεσμη σταθερότητα μέσω της συρρίκνωσης των μελλοντικών δυνατοτήτων.
Η πολιτική εμπορευματοποίηση του κοινού
Η παρούσα πολιτική οντολογία θεωρεί ότι το κοινό προηγείται των θεσμών που το διαχειρίζονται. Ο πολιτισμός, η μνήμη, τα μνημεία και οι συλλογικές μορφές δεν αποτελούν πρωτίστως οικονομικούς πόρους. Αποτελούν πεδία συγκρότησης σχέσεων. Η αυξανόμενη τάση οικονομικής αξιοποίησης μνημείων, μουσείων και πολιτιστικών χώρων δεν πρέπει να εξεταστεί μόνο οικονομικά. Πρέπει να εξεταστεί και οντολογικά.
Η μετατροπή του μνημείου σε πόρο μεταβάλλει τη σχέση κοινωνίας και παρελθόντος. Η αξία μετατοπίζεται από τη σχέση προς τη χρήση. Από την κοινότητα προς τη διαχείριση. Η πολιτική μορφή παύει σταδιακά να αναγνωρίζει το κοινό ως συνθήκη παραγωγής νοήματος και το αντιμετωπίζει ως αντικείμενο διοικητικής αξιοποίησης.
Η κοινωνία των pass
Οι πολιτικές των pass και των επιδομάτων δεν είναι απλώς οικονομικά εργαλεία. Αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη αντίληψη περί πολιτικής. Σε αυτή την αντίληψη, οι κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται ως αφορμές θεσμικού μετασχηματισμού αλλά ως καταστάσεις προς προσωρινή διαχείριση.
Η κοινωνική ένταση δεν επιλύεται· απορροφάται προσωρινά. Η πολιτική δεν μετασχηματίζει τις συνθήκες που παράγουν το πρόβλημα, αλλά παρεμβαίνει ώστε το πρόβλημα να παραμείνει διαχειρίσιμο. Η μετάβαση αυτή από τη δημιουργία στη διαχείριση αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύγχρονης πολιτικής μορφής.
Είναι η πολιτική εντροπία αποκλειστικό γνώρισμα της παρούσας κυβέρνησης;
Η απάντηση είναι αρνητική. Η εντροπία δεν αποτελεί χαρακτηριστικό ενός συγκεκριμένου κόμματος ούτε μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας. Αποτελεί δυνατότητα κάθε πολιτικής μορφής όταν η διατήρηση της σταθερότητας αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την παραγωγή νέων πολιτικών συνθέσεων.
Η περίοδος 2019-2026 εξετάζεται εδώ όχι επειδή αποτελεί μοναδική περίπτωση αλλά επειδή προσφέρει ιδιαίτερα καθαρά παραδείγματα αυτής της δυναμικής. Υπό αυτή την έννοια, το παρόν κείμενο δεν αποτελεί αξιολόγηση μιας κυβέρνησης αλλά μελέτη μιας μορφής πολιτικού γίγνεσθαι.
Η εντροπική μορφή
Η περίοδος 2019–2026 μπορεί να ερμηνευθεί ως μορφή πολιτικής οργάνωσης που χαρακτηρίζεται από τέσσερις θεμελιώδεις τάσεις:
- Συγκέντρωση της ισχύος.
- Περιορισμό του Λόγου ως κοινού.
- Μεταφορά του κόστους στο μέλλον.
- Αντικατάσταση της δημιουργίας από τη διαχείριση.
Υπό αυτή την έννοια, η κεντρική της αντίφαση δεν είναι η διαφθορά. Η διαφθορά είναι σύμπτωμα. Η βαθύτερη αντίφαση είναι ότι η μορφή επιδιώκει να διατηρήσει τη σταθερότητά της μέσω της διαρκούς μείωσης του πεδίου των δυνατοτήτων που την καθιστούν εφικτή.
Η σημασία της περιόδου 2019-2026 δεν βρίσκεται μόνο στα γεγονότα που τη σημάδεψαν. Βρίσκεται στο ότι επιτρέπει να παρατηρήσουμε έναν γενικότερο μηχανισμό του σύγχρονου πολιτικού συστήματος. Όταν η πολιτική μετατρέπεται κυρίως σε διαχείριση, όταν ο Λόγος περιορίζεται, όταν το κόστος μεταφέρεται στο μέλλον και όταν οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν μετασχηματίζονται αλλά συσσωρεύονται, τότε αυξάνεται το εντροπικό υπόλοιπο της ίδιας της πολιτικής μορφής.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η συγκεκριμένη κυβέρνηση θα επιβιώσει πολιτικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα συνολικά μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς να επεξεργαστεί τις εντάσεις που διαρκώς μεταθέτει στο μέλλον. Από αυτή την οπτική, η περίοδος 2019-2026 αποτελεί ένα εργαστήριο παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο μια πολιτική μορφή μπορεί να παράγει σταθερότητα βραχυπρόθεσμα, ενώ ταυτόχρονα συσσωρεύει το εντροπικό υπόλοιπο που θα περιορίσει τις δυνατότητες του ίδιου της του μέλλοντος.
Ο Άνυτος Αγγελής σπούδασε Διεθνές Δίκαιο και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Παρισιού και απέκτησε τίτλο MPhil στην Περιβαλλοντική Πολιτική και Διαχείριση από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Έχει διατελέσει σύμβουλος επιχειρήσεων, ανώτερο διοικητικό στέλεχος σε οργανισμούς και εταιρείες, καθώς και διδάσκων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.





