Ο ιδιότυπος κεϋνσιανισμός του Ερντογάν δεν σώζει την τουρκική οικονομία

Κώστας Μελάς
1728
Τα φαραωνικά έργα του σουλτάνου δεν αρκούν να σώσουν την τουρκική οικονομία, Κώστας Μελάς

Διατυπώνεται το πειστικό επιχείρημα ότι ο τρόπος που πολιτεύθηκε ο πρόεδρος Ερντογάν, ειδικά, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, και έχοντας να αντιμετωπίσει σειρά από σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις τα επόμενα έτη, οδήγησε σε υψηλή υπερθέρμανση την τουρκική οικονομία παραβιάζοντας στοιχειώδεις κανόνες της οικονομικής πολιτικής. Η εκτροπή βασικών μακροοικονομικών μεγεθών προκάλεσαν σημαντική επιβάρυνση στην τουρκική οικονομία. Μιλάμε για μεγέθη όπως πληθωρισμός, ανεργία, έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, πιστωτική επέκταση, υψηλός βραχυχρόνιος δανεισμός σε ξένο νόμισμα και άλλα. Η υπερθέρμανση έδωσε τη θέση της σε μία απότομη αποθέρμανση και η τουρκική οικονομία βρίσκεται πια βυθισμένη στην ύφεση.

Τα λανθασμένα και  σπασμωδικά μέτρα οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκαν προκειμένου να «διορθωθούν» αυτές οι ανισορροπίες, εκτός του ότι τις όξυναν περαιτέρω, αύξησαν τον κίνδυνο και την αβεβαιότητα της οικονομίας (δηλαδή το κόστος της οικονομίας). Οι αντιδράσεις από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (ξένους και εγχώριους) για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου κινδύνου ήταν οι αναμενόμενες.

Οι μεν ξένοι μείωσαν δραστικά τις εισροές κεφαλαίων στην τουρκική οικονομία, οι δε εγχώριοι προχώρησαν σε δραστικές μετατροπές των καταθέσεων τους από τουρκικές λίρες σε καταθέσεις συναλλάγματος (πρόκειται για τάση «δολαριοποίησης» της οικονομίας). Τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας μειώθηκαν δραστικά. Έτσι, η τουρκική οικονομία ουσιαστικά βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό που ονομάζεται «έλλειψη εμπιστοσύνης». Η έννοια εμπιστοσύνη είναι κενή περιεχομένου αν δεν προσδιορισθεί αρχικά με βάση την οικονομική ανάλυση των θεμελιωδών μιας χώρας.

Αν δηλαδή δεν προσδιορισθούν τα θεμελιώδη εκείνα μεγέθη τα οποία συμβάλλουν με το ένα ή άλλο τρόπο στη διαμόρφωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης για επενδυτική δραστηριότητα. Ακόμη και τότε όμως  δεν έχουμε πολλά να πούμε για την κατάσταση εμπιστοσύνης a priori. Οι παρατηρήσεις μας πρέπει να εξαρτώνται, κυρίως, από την πραγματική παρατήρηση των αγορών και την ψυχολογία των οικονομικών υποκειμένων. Η κατάσταση εμπιστοσύνης, είναι ζήτημα το οποίο οι άνθρωποι της πράξης προσέχουν ιδιαίτερα. Οι οικονομολόγοι , όμως , δεν το έχουν αναλύσει με προσοχή και ικανοποιούνται, κατά κανόνα, να το σχολιάζουν γενικά.

Στη διεύρυνση του ελλείμματος εμπιστοσύνης στην ασκούμενη οικονομική πολιτική συνέβαλε αποφασιστικά η παρατεταμένη ένταση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ στις αρχές του 2018, λόγω των γνωστών γεωπολιτικών εξελίξεων στις οποίες ενεπλάκη η Τουρκία. Οι παραπάνω εξελίξεις συνέβαλαν στο να καταγράψει η οικονομία της Τουρκίας επιβράδυνση για πρώτη φορά το 2018, μετά από τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που σημείωνε τα τελευταία έτη.

Δύσκολο το 2019

Η παρατεταμένη ένταση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ στις αρχές του χρόνου, η απώλεια εμπιστοσύνης στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική και η εκτεταμένη υποτίμηση της τουρκικής λίρας έως και τον Αύγουστο του 2018 είχαν αρνητικά επακόλουθα. Προκάλεσαν άνοδο του πληθωρισμού και αύξηση των επιτοκίων, με αποτέλεσμα διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και την επιδείνωση του εξωτερικού χρέους, η οποία αντανακλά το υψηλό επίπεδο δανεισμού σε ξένο νόμισμα από τον ιδιωτικό τομέα.

Επίσης, ο έντονα μειούμενος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης (από 21,2% το 2017 σε 12,4% το 2018) δημιούργησε δυσκολίες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα αυτών του κατασκευαστικού κλάδου, με αποτέλεσμα μεγάλα έργα υποδομών να αναβάλλονται προσωρινά από την κυβέρνηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική επιβράδυνση της επενδυτικής δαπάνης στη χώρα σε 3,2% το 2018 από 7,8% το 2017.

Για το 2019 προβλέπεται ότι οι παραπάνω παράγοντες, σε συνδυασμό με την αδύναμη εγχώρια ζήτηση, θα συνεχίσουν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία της Τουρκίας, η οποία προβλέπεται να καταγράψει αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Σύμφωνα με πρόσφατες προβλέψεις (ΟΟΣΑ, Μάρτιος 2019), η προβλεπόμενη ύφεση του ΑΕΠ για το 2019 θα είναι μεγαλύτερη (-1,8%).

Ο παράγοντας των αμερικανοτουρκικών σχέσεων

Το κρίσιμο πάντως ερώτημα που αναδύεται είναι το πως θα πολιτευθεί ο πρόεδρος Ερντογάν από εδώ και πέρα σε σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που βεβαίως συνδέονται άμεσα με τις γεωπολιτικές του επιλογές, κυρίως τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ. Βέβαια σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ο Τούρκος πρόεδρος πρέπει πρωτίστως να αντιμετωπίσει κάποιες πιο πιεστικές προκλήσεις.

Τους επόμενους μήνες θα συγκρουστεί με την Ουάσιγκτον για το σχέδιο της Τουρκίας να αγοράσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 από τη Μόσχα. Πρέπει επίσης να βρει έναν τρόπο να ξεπεράσει το αδιέξοδο για το μέλλον της Βόρειας Συρίας μετά την υπόσχεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εξαλείψει σταδιακά την αμερικανική παρουσία στη χώρα.

Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις σχηματίζουν έναν κόμπο δύσκολο να λυθεί. Όμως το βάρος των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ είναι μεγάλο και δίχως μια κάποια «συμφωνία», είναι δύσκολο να επανακτηθεί η λεγόμενη «εμπιστοσύνη» στην τουρκική οικονομία, η οποία θα πρέπει να αποτελέσει και το βασικό στόχο της οικονομικής πολιτικής μετά τον Απρίλιο. Τονίζω το «θα πρέπει να αποτελέσει» διότι κανείς δεν γνωρίζει τι θα επιχειρήσει ο Ερντογάν.

Λαμβάνοντας υπόψη τη δομή της τουρκικής οικονομίας η οποία στήριξε την ανάπτυξή της στη σημαντική και συνεχή εισροή εξωτερικών πόρων καθώς και την ανάγκη συνεχούς αναχρηματοδότησης του σημαντικότατου εξωτερικού χρέους (βραχυχρόνιου κυρίως αλλά και μακροχρόνιου) που δημιουργήθηκε εξ αυτού,  θεωρούμε ότι αυτή θα είναι η αρχική κατεύθυνση της «νέας οικονομικής πολιτικής» όπως έχει αναγγείλει ήδη ο Ερντογάν αλλά και ο υπουργός οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ. Τα μέτρα που έχουν μέχρι στιγμής ληφθεί, όπως η υπερβολική στήριξη στις κρατικές τράπεζες και οι πολιτικές πιέσεις στους ομίλους λιανικής να κρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα τις τιμές, δεν έχουν αποδώσει ιδιαίτερα.

Το αγκάθι του πληθωρισμού

Στην Τουρκία, ο υψηλός πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί, μεταξύ άλλων, ανασχετικό παράγοντα για την οικονομία της, καθώς ο πληθωρισμός βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή κορυφώθηκε τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο (24,5% και 25,2% αντίστοιχα), ενώ στη συνέχεια υποχώρησε ελάχιστα.

Η εκτίναξη του πληθωρισμού τροφοδοτήθηκε και από την υποτίμηση της τουρκικής λίρας κατά 40,5% έναντι του ευρώ και κατά 41,9% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ από τις αρχές του 2018 έως και τα τέλη Αυγούστου. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας να λάβει, την περίοδο αυτή, μέτρα στήριξης του νομίσματος, όπως:

  • Μείωση του ελάχιστου ποσοστού υποχρεωτικών αποθεματικών σε εγχώριο νόμισμα κατά 250 μονάδες βάσης,
  • Μείωση του φόρου καταθέσεων σε εγχώριο νόμισμα στο 10% με ταυτόχρονη αύξηση του φόρου καταθέσεων συναλλάγματος στο 16% και
  • Διαδοχική αύξηση του βασικού της επιτοκίου, το οποίο στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 καθορίστηκε σε 24% (από 8% που ήταν έως το Μάιο) και το οποίο διατηρείται σταθερό μέχρι σήμερα.

Τους τελευταίους δύο μήνες του έτους σημειώθηκε σχετική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού (ο οποίος το Δεκέμβριο ανήλθε σε 20,3%). Η αποκλιμάκωση αυτή προήλθε από τη μείωση των τιμών του πετρελαίου, τις φορολογικές περικοπές σε μια σειρά προϊόντων και την περιοριστική νομισματική πολιτική που υιοθετήθηκε από την κεντρική τράπεζα, η οποία οδήγησε σε ανατίμηση της τουρκικής λίρας τους τελευταίους μήνες του 2018.

Είναι δύσκολο να επιχειρηθεί η προσαρμογή της τουρκικής οικονομίας στην παρούσα συγκυρία, και με βάση τον τρόπο που είναι ενταγμένη στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι, χωρίς να ληφθούν μέτρα που βρίσκονται στον αντίποδα της μέχρι σήμερα ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής. Η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι περιοριστική (τα επιτόκια θα διατηρηθούν υψηλά) προκειμένου να καμφθεί ο υψηλότατος πληθωρισμός. Οι  αρνητικές συνέπειες στη μεγέθυνση της οικονομίας, από αυτό το μέτρο, είναι ήδη ορατές.

Και όμως θα μπορούσε

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα δεν δημιουργούν ανησυχίες, προς το παρόν. Εκτιμάται, όμως, ότι η αναμενόμενη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας θα χειροτερέψει τόσο το πρωτογενές όσο και το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2018 όσο και του 2019. Παρόλα αυτά έχω την εντύπωση ότι υπάρχουν βαθμοί ελευθερίας στη δημοσιονομική πολιτική ώστε να χρησιμοποιηθεί με λελογισμένο τρόπο ως αντίβαρο στην περιοριστική νομισματική πολιτική. Φθάνει ο Ερντογάν να αντιληφθεί ότι θα πρέπει να κατευθυνθούν σε  μέτρα τόνωσης της ανάπτυξης, και όχι  σε mega- project, που δημιουργούν μία ψευδαίσθηση αίγλης.

Για παράδειγμα, πρόσφατα ο Τούρκος πρόεδρος εγκαινίασε το Ankara City Hospital, το μεγαλύτερο νοσοκομείο της Ευρώπης. Στοίχισε περί τα 1 δισ. ευρώ για να χτιστεί και έχει τη δυνατότητα να υποδεχθεί έως και 30.000 ασθενείς ημερησίως, όταν θα βρίσκεται σε εφημερία. Έχει 3.810 κλίνες και καλύπτει μία έκταση ίση με 100 ποδοσφαιρικά γήπεδα.

Οι επικριτές του σχεδίου υποστηρίζουν ότι το μέγεθος του νοσοκομείο θα καταστήσει δυσκολότερο τον έλεγχο για την εξάπλωση ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και οι αποστάσεις που θα καλείται να διανύσει ο ασθενής θα είναι επιζήμιες για τον ίδιο αλλά και την εργασία του ιατρικού προσωπικού. Η κριτική δεν ήταν ικανή να σταματήσει τον Ερντογάν.

Τα μεγάλα έργα δεν περιορίζονται στον τομέα της υγείας. Πάρα πολύ σύντομα θα είναι σε πλήρη λειτουργία και το νέο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, που στοίχισε 12 δισ. δολάρια. Εδώ οι αντιδράσεις είναι λιγότερες. Το αεροδρόμιο εκτιμάται ότι θα προσφέρει 225.000 θέσεις εργασίας και έως το 2025 η συμβολή του στο ΑΕΠ της Τουρκίας υπολογίζεται ότι θα ανέλθει σε 5%. Οι δύο πρώτοι από τους έξι συνολικά διαδρόμους προσγείωσης-απογείωσης είναι έτοιμοι προς χρήση, ενώ έτοιμος είναι και ο πύργος ελέγχου σε σχήμα τουλίπας. Στα σκαριά βρίσκεται διώρυγα αξίας 16 δισ. δολαρίων, η οποία θα μετατρέψει το δυτικό τμήμα της Κωνσταντινούπολης σε νησί.

Δύσκολο το στοίχημα της εμπιστοσύνης

Όμως έχω τη γνώμη ότι η ανάγκη αναχρηματοδότησης των ετησίων υψηλών εξωτερικών υποχρεώσεων της Τουρκίας αποτελούν ένα δύσκολο προς επίλυση πρόβλημα με την παρουσία του Ερντογάν ως απολύτου κυρίαρχου στο πολιτικό παίγνιο. Η εμπιστοσύνη όταν απολεσθεί δύσκολα αποκτιέται ξανά σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές επιθυμούν ένα σφιχτό πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής ανάλογα με αυτά που εκπονεί το ΔΝΤ. Είναι αρκετά δύσκολο, ο Ερντογάν να ακολουθήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Άλλωστε τέτοιου είδους προγράμματα είναι αποδεδειγμένα ατελέσφορα. Όμως αν δεν ακολουθηθεί ένα αξιόπιστο πρόγραμμα προσαρμογής της τουρκικής οικονομίας τα πράγματα θα οδηγηθούν σε δυσκολότερους ατραπούς με συνέπειες που και στο παρελθόν έχει γνωρίσει η Τουρκία.

Μετά από 13 εκλογές τα τελευταία 10 χρόνια, οι Τούρκοι ψηφοφόροι έχουν εξαντληθεί, οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας έχουν κουραστεί από τον σωβινισμό που χαρακτηρίζει τις προεκλογικές περιόδους και οι επενδυτές αναμένουν απεγνωσμένα να μπει τέλος στο κυνήγι της ανάπτυξης μέσω δανεισμού με κάθε κόστος.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.