Τι σημαίνει να είσαι νέος σήμερα στην Ελλάδα
21/08/2026
Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, Challenges for Young People in Greece to Reach Financial Independence, περιγράφει τις δυσκολίες μιας ηλικιακής ομάδας και φωτίζει μια κεντρική εθνική αντίφαση: Η ελληνική οικονομία ανακάμπτει, όμως για πολλούς νέους η μετάβαση στην πραγματική ενηλικίωση – σταθερή εργασία, αυτόνομη κατοικία, δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας – παραμένει επισφαλής ή απρόσιτη.
Τα στοιχεία δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Η ανεργία των νέων 15-29 ετών υποχώρησε θεαματικά: Από το 48,7% του 2013 στο 16,5% το 2025. Η απασχόληση ανέβηκε από 26% σε 36%. Πρόκειται για ουσιαστική πρόοδο, η οποία πρέπει να αναγνωριστεί. Αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τη δεύτερη χαμηλότερη απασχόληση νέων στον ΟΟΣΑ και την τρίτη υψηλότερη ανεργία νέων. Με άλλα λόγια, η βελτίωση ξεκινά από πολύ χαμηλή βάση και δεν αρκεί για να ανατρέψει την κοινωνική εμπειρία μιας γενιάς.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο να βρεθεί μια δουλειά. Είναι τι είδους δουλειά βρίσκεται. Οι νέοι στην Ελλάδα αμείβονται, κατά μέσον όρο, περίπου 40% λιγότερο από τους συνομηλίκους τους στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ το 43% των εργαζομένων κάτω των 30 ετών κατατάσσεται στους χαμηλόμισθους – σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Σημαντικό μέρος της νεανικής απασχόλησης συγκεντρώνεται στον τουρισμό, στην εστίαση και στη φιλοξενία: Κλάδους πολύτιμους για τη χώρα, αλλά συχνά εποχικούς, ασταθείς και χαμηλά αμειβόμενους.
Δεν πρόκειται για υποτίμηση του τουρισμού, ούτε για περιφρόνηση της εργασίας σε οποιονδήποτε κλάδο. Είναι όμως απαραίτητο να αναρωτηθούμε αν ένα παραγωγικό μοντέλο μπορεί να προσφέρει σε μια νέα γενιά κάτι πέρα από πρόσκαιρη απασχόληση: Προοπτική, εξέλιξη και ασφάλεια. Όταν το 55% της νεανικής απασχόλησης συγκεντρώνεται σε εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα και εστίαση, η οικονομία χρειάζεται περισσότερα μονοπάτια προς τη γνώση, την τεχνολογία, την παραγωγή, την πράσινη μετάβαση, την έρευνα και τις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Τι καταγράφει η έκθεση του ΟΟΣΑ
Η έκθεση καταγράφει και μια δεύτερη, βαθύτερη δυσλειτουργία: Τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας. Η Ελλάδα έχει αυξήσει σημαντικά το ποσοστό νέων με τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αξιοπρεπή επαγγελματική αποκατάσταση. Η ανεργία των πτυχιούχων 25-34 ετών φθάνει το 12,3%, το υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ για αυτή την εκπαιδευτική κατηγορία. Παράλληλα, μόνο το 4,2% των νέων συνδυάζει σπουδές και εργασία, έναντι 14% κατά μέσον όρο στον ΟΟΣΑ.
Αυτό δείχνει ότι η χώρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα πτυχία. Χρειάζεται καλύτερες γέφυρες: Σοβαρό επαγγελματικό προσανατολισμό στο σχολείο, πρακτική άσκηση με πραγματικό εκπαιδευτικό περιεχόμενο, αξιόπιστη επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, διαφανείς μαθητείες, και σταθερή συνεργασία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τοπικών κοινωνιών και επιχειρήσεων. Σήμερα, λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους φοιτούν σε σχολεία που προσφέρουν επαγγελματικό προσανατολισμό, έναντι 82% κατά μέσον όρο στον ΟΟΣΑ. Η ανισότητα ευκαιριών αρχίζει έτσι πριν καν οι νέοι εισέλθουν στην αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το 15,6% των νέων 15-29 ετών δεν βρίσκεται ούτε σε εργασία, ούτε σε εκπαίδευση, ούτε σε κατάρτιση. Οι λεγόμενοι NEETs [Not in Employment, Education or Training] είναι άτομα που κινδυνεύουν να αποσυνδεθούν από την οικονομική και κοινωνική ζωή, να υποστούν μακροχρόνια φτώχεια, απογοήτευση και απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό άνεργων NEETs στον ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους λιγότερο μορφωμένους: Νέοι με μεσαία ή υψηλή εκπαίδευση εμφανίζουν υψηλή πιθανότητα να βρεθούν εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Διέξοδος η επιχειρηματικότητα;
Η επιχειρηματικότητα παρουσιάζεται συχνά ως η αυτονόητη απάντηση. Πράγματι, οι νέοι Έλληνες δείχνουν ισχυρή επιχειρηματική διάθεση: Το 11% των εργαζομένων 20-29 ετών είναι αυτοαπασχολούμενοι, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όμως η έκθεση προειδοποιεί ότι η αυτοαπασχόληση συχνά δεν αποτελεί επιλογή ευκαιρίας, αλλά καταφύγιο ανάγκης. Περίπου ένας στους τρεις νέους που ξεκινούν επιχείρηση δηλώνει ότι το έκανε επειδή δεν έβρισκε δουλειά.
Μια πολιτική για τη νεανική επιχειρηματικότητα δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται σε επιδοτήσεις έναρξης ή σε πανηγυρικές αφηγήσεις περί start-ups. Απαιτεί πρόσβαση σε αρχική χρηματοδότηση, αξιόπιστη συμβουλευτική, μέντορες, δίκτυα, χρηματοοικονομική παιδεία και απλούστερους κανόνες. Σχεδόν 45% των νέων που ερωτήθηκαν θεωρούν την έλλειψη αρχικού κεφαλαίου το σημαντικότερο εμπόδιο. Και μόλις 8% των νέων επιχειρηματιών αναμένει να δημιουργήσει τουλάχιστον 19 νέες θέσεις εργασίας μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η στεγαστική κρίση
Το πιο ορατό, ίσως, πρόβλημα είναι η κατοικία. Περίπου επτά στους δέκα νέους 18-24 ετών ανησυχούν αν θα μπορέσουν να βρουν ή να διατηρήσουν κατάλληλη στέγη. Πάνω από επτά στους δέκα νέους ζουν με τους γονείς τους. Η οικογενειακή αλληλεγγύη υπήρξε διαχρονικά σωτήρια στην Ελλάδα, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μόνιμο υποκατάστατο μιας λειτουργικής στεγαστικής πολιτικής.
Η παραμονή στο πατρικό σπίτι δεν είναι κατ’ ανάγκην αποτυχία. Μπορεί να είναι επιλογή, σχέση φροντίδας ή πολιτισμική προτίμηση. Γίνεται όμως πρόβλημα όταν είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή: Όταν οι μισθοί δεν επαρκούν, τα ενοίκια αυξάνονται, η προσφορά προσιτής κατοικίας είναι περιορισμένη και η ανεξαρτησία μετατίθεται επ’ αόριστον. Τότε επηρεάζονται όχι μόνο η ιδιωτική ζωή και η αξιοπρέπεια των νέων, αλλά και η δημογραφική πορεία της χώρας.
Η Ελλάδα έχει σήμερα δείκτη γονιμότητας 1,2 παιδιά ανά γυναίκα, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και πολύ κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού. Η μέση ηλικία τεκνοποίησης έχει ανέβει στα 32,1 έτη. Αυτές οι τάσεις δεν πρέπει να ιδεολογικοποιούνται, ούτε να αντιμετωπίζονται με ηθικολογικές προτροπές προς τους νέους να κάνουν παιδιά. Η απόφαση για οικογένεια απαιτεί στοιχειώδη προβλεψιμότητα: Εισόδημα, στέγη, παιδική φροντίδα, ισότητα στην εργασία και δυνατότητα να σχεδιάσει κανείς τη ζωή του χωρίς διαρκή φόβο.
Κάποια βήματα έχουν γίνει: Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης, ενίσχυση της κατάρτισης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης, διεύρυνση της γονικής άδειας, ενισχύσεις για οικογένειες, πρωτοβουλίες για προσιτή και κοινωνική κατοικία. Δεν είναι αμελητέα. Αλλά η έκθεση του ΟΟΣΑ υπογραμμίζει σωστά ότι απαιτείται συντονισμένη πολιτική και όχι ένα άθροισμα αποσπασματικών μέτρων.
Τι πρέπει να γίνει με τη νέα γενιά
Το ζητούμενο είναι μια νέα δημόσια συμφωνία με τη νεολαία. Πρώτον, αξιοπρεπείς και σταθερές θέσεις εργασίας, με έλεγχο της υποδηλωμένης και επισφαλούς απασχόλησης. Δεύτερον, ουσιαστική σύνδεση εκπαίδευσης και εργασίας, χωρίς να υποβαθμίζεται η γενική παιδεία. Τρίτον, αξιολόγηση των προγραμμάτων κατάρτισης και επιδότησης, ώστε οι δημόσιοι πόροι να παράγουν μετρήσιμα αποτελέσματα.
Τέταρτον, αποφασιστική πολιτική αύξησης της προσφοράς προσιτής και κοινωνικής ενοικιαζόμενης κατοικίας – όχι μόνο επιδόματα που, χωρίς επαρκή προσφορά, κινδυνεύουν να καταλήξουν σε περαιτέρω αύξηση των τιμών. Πέμπτον, συστηματική συμμετοχή των ίδιων των νέων στη διαμόρφωση, παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών που καθορίζουν το μέλλον τους. Η διάσταση αυτή συνδέεται άμεσα και με την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ, η εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση στην Ελλάδα υποχώρησε αισθητά: Το ποσοστό όσων δηλώνουν υψηλή ή μέτρια υψηλή εμπιστοσύνη μειώθηκε από 32% το 2023 σε μόλις 24% το 2025, έναντι μέσου όρου 40% στις χώρες του ΟΟΣΑ. Όταν οι νέοι βιώνουν χαμηλούς μισθούς, επαγγελματική αβεβαιότητα, αδυναμία στέγασης και διαρκή αναβολή των σχεδίων ζωής τους, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς φθείρεται. Η αποτελεσματική πολιτική για τη νεολαία είναι, συνεπώς, και πολιτική αποκατάστασης της θεσμικής αξιοπιστίας.
Η οικονομική ανεξαρτησία δεν είναι πολυτέλεια, ούτε ατομική ανταμοιβή για τους “ικανότερους”. Είναι προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής, δημογραφικής ανθεκτικότητας και δημοκρατικής εμπιστοσύνης. Αν μια κοινωνία ζητά από τους νέους να μείνουν, να εργαστούν, να καινοτομήσουν και να δημιουργήσουν οικογένεια, οφείλει πρώτα να τους προσφέρει ένα αξιόπιστο έδαφος για να σταθούν.





