ΘΕΜΑ

Το αθέατο κινέζικο πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ

Το αθέατο κινέζικο πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, Γιώργος Ηλιόπουλος

Τον Οκτώβριο του 2025 συμβαίνει κάτι μάλλον ακραίο στην διεθνή σκηνή, που αποκαλύπτει το πλέον ευάλωτο σημείο της Δύσης, αλλά οι περισσότεροι στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη δεν δίδουν σημασία και ουσιαστικά το αγνοούν. Το γεγονός προκαλείται όταν ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί με δασμούς της τάξης του 100% την Κίνα, με εφαρμογή του μέτρου την 1η Νοεμβρίου του 2025, αλλά το Πεκίνο εμφανίζεται να αδιαφορεί.

Τελικά ο Ντόναλντ Τραμπ υπαναχωρεί, όταν εντελώς ήπια και αθόρυβα η Κίνα προειδοποιεί για διακοπή των εξαγωγών των επεξεργασμένων μετάλλων σπανίων γαιών, με συνέπεια η 1η Νοεμβρίου να παρέλθει χωρίς τυμπανοκρουσίες και με τα κύρια ΜΜΕ να αγνοούν επιδεικτικά την αλλόκοτη εξέλιξη.

Η αλυσίδα ανεφοδιασμού των φαρμακείων των ΗΠΑ έχει κυριολεκτικά την αφετηρία της στη Κίνα και το Πεκίνο, όχι λόγω κάποιου ιδιαίτερου σχεδιασμού, αλλά λόγω της διαμόρφωσής της επί δεκαετίες με γνώμονα τις αντοχές της και όχι τον ανταγωνισμό. Στον πυρήνα του αμερικανικού συστήματος υγείας εντοπίζεται ένα αθέατο ευάλωτο σημείο και αφορά το γεγονός ότι χώρα με την πλέον καινοτόμο φαρμακοβιομηχανία του κόσμου, εξαρτάται από την Κίνα για την προμήθεια των απαραίτητων φαρμακευτικών ουσιών, ώστε να συνθέτει τα φαρμακευτικά της προϊόντα.

Ο βαθμός εξάρτησης αποτελεί ζήτημα διαφωνιών και έντονων αντιπαραθέσεων, με μερικούς να υποστηρίζουν πως φθάνει το 80% ή ακόμα και 90%, αν και προσεκτικότεροι αναλυτές υπολογίζουν πως κινείται μεταξύ 25% και 30%. Όμως, η Ινδία που συχνά αναφέρεται με την ιδιότητα μίας εναλλακτικής λύσης, εισάγει το 70% έως και 80% των απαραίτητων δραστικών φαρμακευτικών ουσιών για την παραγωγή των τελικών σκευασμάτων από την Κίνα, εξάγοντας κατόπιν και στις ΗΠΑ, οπότε έμμεσα ο βαθμός της εξάρτησης τουλάχιστον διπλασιάζεται. Πάντως ακόμα και ο χαμηλός βαθμός του 25% έως και 30% κρίνεται υψηλός και συνεπάγεται μεγάλη έκθεση της αμερικανικής φαρμακοβιομηχανίας από το εξωτερικό.

Δεν υπάρχουν όμως διχογνωμίες για το γεγονός ότι ο Αμερικανικός Οργανισμός Φαρμάκων και Τροφίμων (FDA) παρέχει πιστοποίηση σε 477 κατασκευαστές φαρμακευτικών ουσιών στην Κίνα, αν και κατά το 2025 επιθεωρεί μόνον τους 204. Δεν πρόκειται για υποθετικό κίνδυνο, αλλά για μία δομική πραγματικότητα, που απαιτεί ορθολογική σκέψη και αποκατάσταση του συνόλου των επιθεωρήσεων, αντί να επιρρίπτονται ευθύνες οπουδήποτε για να παραμείνει αλώβητος ο οργανισμός.

Οπωσδήποτε αναφύεται ο πειρασμός να εντάξει κάποιος το ζήτημα των φαρμάκων στα πλαίσια μίας υπόθεσης, όπου μία χώρα επιχειρεί απλώς να υπερκεράσει την άλλη. Η πραγματικότητα όμως δυστυχώς κρίνεται μάλλον κοινότυπη και περισσότερο διδακτική, από την στιγμή που επί αρκετές δεκαετίες, με βάση τα δεδομένα ορθολογικών οικονομικών αποφάσεων, οι φαρμακευτικοί όμιλοι καταλήγουν να μεταφέρουν την σύνθεση των δραστικών φαρμακευτικών ουσιών σε χώρες χαμηλού παραγωγικού κόστους.

Τι προσφέρει η Κίνα

Η Κίνα προσφέρει τότε τις οικονομίες κλίμακος, τις επιδοτήσεις στις καταναλώσεις ενέργειας, τα ευνοϊκά χρηματοοικονομικά κίνητρα και μία τεράστια εγχώρια βιομηχανία χημικών, με συνέπεια οι φαρμακοβιομηχανίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ να αδράξουν την ευκαιρία. Η σχετικά πρόσφατη στροφή προς την Ινδία δεν μεταβάλλει ιδιαίτερα την κατάσταση, από την στιγμή που σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα των δραστικών φαρμακευτικών ουσιών εισάγονται επίσης από την Κίνα από τις ινδικές φαρμακοβιομηχανίες.

Κατά συνέπεια, η φαινομενική ποικιλία των σκευασμάτων στα φαρμακεία αποτελεί στην πραγματικότητα μία ψευδαίσθηση, με την εξάρτηση από το Πεκίνο να μην συνιστά απλώς ένα στρατηγικό σφάλμα, αλλά το σωρευτικό αποτέλεσμα ενός παγκοσμιοποιημένου κλάδου, που εστιάζεται στο ζήτημα της τιμής και όχι των αντοχών.

Επιπλέον μεταβάλλεται και ο ρυθμός ανόδου της Κίνας στην φαρμακευτική αλυσίδα αξίας, με συνέπεια το 20% των φαρμάκων του κόσμου σε στάδιο ερευνών και ανάπτυξης να εξελίσσεται στην χώρα. Παράλληλα, κατά το 2025 το 46% των νέων μορίων για την φαρμακολογία που εισέρχεται σε κλινικές δοκιμές προέρχεται από κινεζικά εργαστήρια, με συνέπεια η χώρα να αποτελεί την δεύτερη χώρα διεθνώς σε ανάπτυξη νέων φαρμάκων και την επίσης δεύτερη σε κλίμακα κλινικών δοκιμών.

Το κινεζικό πρόγραμμα

Οι αναλυτές του φαρμακευτικού κλάδου υπολογίζουν πως βραχυπρόθεσμα οι κινεζικές φαρμακευτικές εταιρείες θα κατέχουν το 35% των εγκρίσεων για νέα φάρμακα, που θα κυκλοφορήσουν στην αγορά. Το δεκαπενταετές πρόγραμμα του Πεκίνου ορίζει με σαφήνεια πως η βιοτεχνολογία αποτελεί έναν από τους πυλώνες της βιομηχανίας, με την χώρα να προβαίνει σε επιθετικές προσλήψεις σε διεθνές επίπεδο νέων ευφυών επιστημόνων, προσελκύοντας και επενδυτές από το εξωτερικό για επιταχύνει την τροχιά των συγκεκριμένων εξελίξεων.

Αυτή καθαυτή η συγκεκριμένη στρατηγική δεν αποτελεί αφ’ εαυτού της απειλή, από την στιγμή που τα κράτη επενδύουν σε κλάδους που αξιολογούνται ως στρατηγικοί και οι ΗΠΑ υιοθετούν την ίδια λογική όταν επενδύουν στην αμυντική τεχνολογία και στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ). Οι φοβίες αναδύονται όταν η συγκέντρωση της προσφοράς δημιουργεί μία εύθραυστη κατάσταση, ανεξάρτητα του ποιος την ελέγχει και μία εξάρτηση από μία και μοναδική πηγή σε κάποια χώρα, είτε φίλη, είτε αντίπαλο, συνιστά σοβαρή δομική αδυναμία.

Το πλέον παραγωγικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αφορά τις αντοχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και δείγματα αδυναμιών αποτελούν δεδομένα, όπως το γεγονός ότι το 40% των γενοσήμων στις ΗΠΑ προέρχονται από μόνον έναν παραγωγό με έγκριση από τον Οργανισμό Φαρμάκων και Τροφίμων (FDA) και περισσότερο από το 20% των ζωτικών δραστικών φαρμακευτικών ουσιών εισάγεται αποκλειστικά από την Κίνα. Η αποκαλούμενη κρίση της αμοξικιλλίνης της περιόδου 2022-2023, που πυροδοτείται από τις συνήθεις ελλείψεις και ανατροπές στην προσφορά, προκαλεί τραυματικές συνέπειες στο ένα για κάθε τρία αμερικανικά νοσοκομεία.

Η συγκεκριμένη οδυνηρή εμπειρία αποδεικνύει πως δεν απαιτείται κάποια γεωπολιτική κρίση, αλλά απλώς ένα εύθραυστο σημείο σε μία αλυσίδα ανεφοδιασμού, που εμφανίζει συμπτώματα υπερ-συγκέντρωσης. Το 2020 η υγειονομική κρίση αποδεικνύει επίσης την ταχύτητα με την οποία οι φαρμακευτικές εφοδιαστικές αλυσίδες υποκύπτουν στις απότομες πιέσεις. Οι δασμοί, που φθάνουν έως και 145% σε ορισμένες κινεζικές φαρμακευτικές εισαγωγές των ΗΠΑ, προσθέτουν κόστος, αλλά δεν έχουν την δυνατότητα να δημιουργήσουν μεμονωμένα εναλλακτικές προοπτικές.

Η Διαφοροποίηση των Πηγών Προμηθειών

Από την άλλη πλευρά, η επιστροφή της παραγωγής στις ΗΠΑ έχει μεγάλο κόστος, απαιτεί χρόνο, αλλά και συνεχείς επενδύσεις στην εκπαίδευση προσωπικού, στις υποδομές των ρυθμιστικών αρχών και προηγμένης τεχνολογίας παραγωγική δυναμικότητα, χωρίς να υπάρχουν κάποιοι διέξοδοι, που να προσφέρουν ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών και όχι η αποσύνδεση επιβάλλεται να αποτελέσει την κατευθυντήρια γραμμή, με το Πρόγραμμα Διασύνδεσης Πρωτοβουλίας-Παραγωγής της Ινδίας και οι νέες φαρμακευτικές της ζώνες να παρέχουν μία εναλλακτική λύση. Όμως, η μεγάλη εξάρτηση των ινδικών φαρμακευτικών εταιρειών από τις δραστικές κινεζικές φαρμακευτικές ουσίες περιορίζει την δυνατότητα επιλογής της με την ιδιότητα μεμονωμένης εναλλακτικής λύσης.

Οι δημιουργίες μονάδων σε μεθοριακές ζώνες ομόρων χωρών με τις ΗΠΑ, ο διπλασιασμός των πηγών προμηθειών και οι επενδύσεις σε συνεχείς παραγωγικές τεχνολογίες, αποτελούν μία συνδυασμένη στρατηγική που αποκτά ερείσματα στον φαρμακευτικό κλάδο. Οι Αμερικανοί οφείλουν επίσης να επενδύσουν στον μη ελκυστικό μεν, αλλά απόλυτα αναγκαίο εκσυγχρονισμό των ρυθμιστικών αρχών, με αδιάλειπτη και συνεχή λειτουργία των οδών εγκρίσεων του Οργανισμού Φαρμάκων και Τροφίμων (FDA) για τις εγχώρια παραγόμενες δραστικές φαρμακευτικές ουσίες. Παράλληλα, οφείλουν να προσφέρουν κίνητρα για τον πολλαπλασιασμό των προμηθευτών, αντί να τον ποινικοποιούν, χρηματοδοτώντας την παραγωγική δυναμικότητα των προηγμένων χημικών μεθόδων και ζυμώσεων, που ατροφούν επί δεκαετίες.

Η νομοθεσία BIOSECURE και ανάλογες νομοθετικές πράξεις ανακλούν τις προσπάθειες και των δύο παρατάξεων να αναγνωρίσουν τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος, αλλά απλώς και μόνον η νομοθεσία δεν πρόκειται να ανοικοδομήσει εν μία νυκτί την βιομηχανική παραγωγική δυναμικότητα. Η πλέον σημαντική διαπίστωση μάλλον κρίνεται και η λιγότερο δραματική, από την στιγμή που πρόκειται κατά βάση για ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής και διαχείρισης κινδύνων και όχι γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων, με το κάθε κράτος να κινείται με βάση τα συμφέροντά του.

Η Κίνα επενδύει στρατηγικά και συστηματικά επί δεκαετίες στην παραγωγή φαρμάκων, όταν από την άλλη πλευρά οι Αμερικανοί ακολουθούν ένα πρότυπο με απόλυτη προτεραιότητα την φαρμακευτική καινοτομία, που προωθείται στην κορυφή της αλυσίδας αξίας και στρέφονται σε εξωτερικές πηγές στα θέματα της βιομηχανικής βάσης για να την υποστηρίξουν.

Οι δύο στρατηγικές κρίνονται ορθολογικές, στα πλαίσια όμως της υποκειμενικής λογικής τους διεργασίας. Το ερώτημα πλέον αφορά το γεγονός εάν και κατά πόσον οι ΗΠΑ έχουν την δυνατότητα να ανοικοδομήσουν το βάθος της εγχώριας εφοδιαστικής τους αλυσίδας, χωρίς να θυσιάσουν το οικοσύστημα της καινοτομίας, που παραμένει το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα. Τα φαρμακευτικά σκευάσματα που αναλώνουν σε ημερήσια βάση οι Αμερικανοί, αντιπροσωπεύουν ένα εξαιρετικά περίπλοκο παγκόσμιο δίκτυο. Για να αποκτήσει μεγαλύτερες αντοχές το δίκτυο δεν απαιτούνται αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, αλλά η διασφάλιση του ότι το οικιακό απόθεμα φαρμάκων δεν θα αποτελέσει σημείο μόχλευσης για κανέναν.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx