ΑΝΑΛΥΣΗ

Η Ευρώπη βαδίζει προς έναν πόλεμο που κανείς δεν θέλει

Η Ευρώπη βαδίζει προς έναν πόλεμο που κανείς δεν θέλει, Σταύρος Λυγερός
EPA/MAXYM MARUSENKO

Μπορεί τα ευρωπαϊκά κράτη να μην βρίσκονται επισήμως σε πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά εξαρχής ήταν εμπλεκόμενα. Κι αυτή η εμπλοκή τους κλιμακώνεται με την πάροδο του χρόνου σ’ όλα τα επίπεδα: Στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στο Κίεβο, κυρώσεις, μυστικές επιχειρήσεις, επιχειρησιακές πληροφορίες, κυβερνοεπιθέσεις και κυρίως ολοένα και πιο έντονη πολεμική ρητορική.

Αν και ούτε η Μόσχα, ούτε οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιδιώκουν πόλεμο, το κλίμα που διαμορφώνεται από πράξεις και δηλώσεις, φέρνει τη σύγκρουση ολοένα και πιο κοντά. Η Ιστορία έχει αποδείξει πως μία σύρραξη δεν προκύπτει πάντα από συνειδητή επιλογή. Μπορεί να προκύψει από τη συσσώρευση ενεργειών, αντιδράσεων και λανθασμένων υπολογισμών. Στις άρχουσες ευρωπαϊκές ελίτ έχει πλέον εδραιωθεί η αντίληψη ότι η Ρωσία δεν είναι απλώς ένας γεωπολιτικός ανταγωνιστής, αλλά μία μακροπρόθεσμη απειλή. Από αυτή την παραδοχή πηγάζει ο προαναφερθείς κίνδυνος.

Αποδεχόμενες οι ευρωπαϊκές ελίτ ως δόγμα ότι η Ρωσία είναι επιθετική και απειλή, κατά συνέπεια θεωρούν την Ουκρανία πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής άμυνας. Άρα, οφείλουν για το δικό τους συμφέρον να χαρίσουν στο Κίεβο ό,τι χρειάζεται σε χρήμα, όπλα, πληροφορίες κλπ για να καθηλώσει τους Ρώσους, εμποδίζοντάς τους να επιτεθούν δυτικότερα. Αυτό το δόγμα εξηγεί την πολυποίκιλη και κλιμακούμενη εμπλοκή της Ευρώπης στον πόλεμο.

Αν και η Ουκρανία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, είναι αμυντικά ενσωματωμένη στη Δύση, περισσότερο από πολλές χώρες-μέλη. Οι δεσμοί αυτοί δεν πρόκειται να ανατραπούν με το τέλος του πολέμου, εκτός κι αν το Κίεβο συνθηκολογήσει ως αποτέλεσμα στρατιωτικής κατάρρευσης. Γι’ αυτό και οι Ευρωπαίοι κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν την κατάρρευση. Αυτή, ωστόσο, είναι η δυτική και κυρίως η ευρωπαϊκή οπτική.

Οι Ρώσοι βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα. Είδαν την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς ως ευθεία απειλή για την εθνική τους ασφάλεια. Υποχρεώθηκαν να “καταπιούν” την ένταξη των Βαλτικών Χωρών, αλλά η ένταξη της Ουκρανίας ήταν γι’ αυτούς “η πιο κόκκινη από τις κόκκινες γραμμές”, όπως είχε προειδοποιήσει την Ουάσινγκτον από τη δεκαετία του 2000 ο τότε Αμερικανός πρεσβευτής στη Μόσχα και επί κυβέρνησης Μπάιντεν, επικεφαλής της CIA, Ουίλιαμ Μπερνς.

Στις διεθνείς σχέσεις δεν έχει σημασία μόνο τι θεωρεί η μία πλευρά. Έχει εξίσου σημασία τι πιστεύει η άλλη. Εδώ, λοιπόν, εμφανίζεται αυτό που στη θεωρία ονομάζεται “δίλημμα ασφαλείας”. Ένα κράτος λαμβάνει μέτρα τα οποία θεωρεί αμυντικά. Ο αντίπαλός του τα εκλαμβάνει ως επιθετικές κινήσεις και αντιδρά. Η πρώτη πλευρά εκλαμβάνει την αντίδραση σαν απόδειξη ότι είχε εξαρχής δίκιο να φοβάται. Έτσι προκύπτει φαύλος κύκλος: Οι Ρώσοι εισέβαλαν στην Ουκρανία για να αποτρέψουν την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, όπως είχε αποφασιστεί το 2008 στη σύνοδο στο Βουκουρέστι. Οι Δυτικοί δίνουν τα πάντα στο Κίεβο για να εμποδίσει την υποτιθέμενη ρωσική επίθεση δυτικότερα κλπ. Η Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα διολίσθησης σε πόλεμο που κανείς δεν ήθελε.

“Ρωσικός δάκτυλος”

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι καταγγέλλουν όλο και περισσότερο ρωσικές υβριδικές επιθέσεις (κυβερνοεπιθέσεις, σαμποτάζ, παρεμβολές, επιχειρήσεις επιρροής, drones κλπ). Αν και πολλές από τις αρχικές καταγγελίες αποδείχθηκαν στη συνέχεια πως δεν είχαν σχέση με τη Μόσχα, είναι λογικό να θεωρήσουμε πως οι ρωσικές υπηρεσίες πραγματοποιούν μυστικές επιχειρήσεις ως αντίποινα για την ευρωπαϊκή εμπλοκή στο πλευρό του Κιέβου, έστω κι αν δεν έχουν προσκομιστεί αποδείξεις.

Άλλο αυτό, όμως, και άλλο κάθε περιστατικό να εντάσσεται αυτομάτως στο υποτιθέμενο σχέδιο της Μόσχας να επιτεθεί στην Ευρώπη. Όταν μία ευρωπαϊκή κυβέρνηση καταγγέλλει “ρωσικό δάκτυλο”, η απόδειξη δεν αποτελεί λεπτομέρεια. Η ρητορική περί πολέμου, παρότι δεν υπάρχουν άμεσες εχθροπραξίες, δεν είναι αθώα. Διευκολύνει π.χ. τη δραστική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, αλλάζει τις προτεραιότητες του προϋπολογισμού, αποτρέπει κοινωνικές διεκδικήσεις και ενοχοποιεί όσους ζητούν διαπραγματεύσεις. Η διπλωματία με έναν αντίπαλο είναι αυτονόητη, ενώ τη διαπραγμάτευση με έναν “εχθρό που ήδη μας επιτίθεται” την χαρακτηρίζουν κατευνασμό, αν όχι προδοσία!

Η αντιπαράθεση με τη Ρωσία λειτουργεί ως παράγοντας συνοχής για την Ευρώπη που αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις. Η οικονομική στασιμότητα, η ενεργειακή κρίση, η αποβιομηχάνιση, το μεταναστευτικό, η δημογραφική πίεση και η άνοδος αντισυστημικών πολιτικών δυνάμεων έχουν διαβρώσει τη (νεο)φιλελεύθερη συναίνεση. Η υπόσχεση αυξανόμενης ευημερίας διαψεύδεται. Σ’ αυτό το περιβάλλον η ασφάλεια αντικαθιστά εν μέρει την ευημερία ως πηγή πολιτικής νομιμοποίησης. Όταν μία κυβέρνηση δεν μπορεί να υποσχεθεί αξιόπιστα στους πολίτες ότι θα ζήσουν καλύτερα, τους υπόσχεται ότι θα τους προστατεύσει από τη ρωσική απειλή.

Η επανάπαυση των Ευρωπαίων 

Οι Ευρωπαίοι είχαν για δεκαετίες επαναπαυθεί από την ύπαρξη της αμερικανικής ομπρέλας. Λόγω και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η αμυντική γύμνια της Ευρώπης (μερική εξαίρεση η Γαλλία) κατέστη εξόφθαλμη. Εξ ου και η απόφαση για πυρετώδη επανεξοπλισμό. Επειδή, όμως, ο επανεξοπλισμός απαιτεί μεγάλα κονδύλια σε περίοδο οικονομικής στασιμότητας, οι άρχουσες ελίτ είχαν ζωτική ανάγκη το ρωσικό φόβητρο. Με άλλα λόγια, δίπλα στην παραδοσιακή ρωσοφοβία, υπάρχει και η εσωτερική πολιτική σκοπιμότητα.

Ο επανεξοπλισμός, λοιπόν, έχει πρόσθετο σκοπό να λειτουργήσει σαν συγκολλητική ουσία σε μία Ευρώπη, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά εσωτερικά ρήγματα. Επιπλέον, οι άρχουσες ελίτ θεωρούν πως ο επανεξοπλισμός θα λειτουργήσει και σαν ατμομηχανή οικονομικής ανάπτυξης και εργαστήρι τεχνολογικής εξέλιξης. Γι’ αυτό και η παροχή οπλικών συστημάτων στο Κίεβο δικαιολογείται, όχι μόνο ως αλληλεγγύη, αλλά και ως επένδυση στην ευρωπαϊκή άμυνα.

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μεταφέρουν το βάρος της ευρωπαϊκής άμυνας στους Ευρωπαίους, αλλά δεν εγκαταλείπουν το στρατηγικό έλεγχο του δυτικού συστήματος. Δεν επιθυμούν και θα αποτρέψουν τη στρατηγική αυτονόμηση της Ευρώπης και πολύ περισσότερο την ανάπτυξη ανεξάρτητης σχέσης με Πεκίνο και Μόσχα. Αναφορικά με τη δεύτερη σχέση, ο πόλεμος στην Ουκρανία την έχει τινάξει στον αέρα, άρα δεν υφίσταται τέτοια ανησυχία για την Ουάσινγκτον. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, λοιπόν, συνδέεται με αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος.

Το κόστος των κυρώσεων

Οι κυρώσεις αναμφίβολα έχουν προκαλέσει κόστος στη ρωσική οικονομία, αλλά ούτε κατά προσέγγιση αυτό που προσδοκούσε η Δύση. Και βεβαίως ούτε περιόρισαν την ικανότητα των Ρώσων να συνεχίσουν τον πόλεμο, ούτε αποσταθεροποίησαν το καθεστώς Πούτιν. Η Μόσχα κατάφερε να αναπροσανατολίσει το εξωτερικό της εμπόριο και να αναπτύξει εναλλακτικούς χρηματοπιστωτικούς και εμπορικούς διαύλους, ενισχύοντας τις σχέσεις της με Κίνα, Ινδία και Παγκόσμιο Νότο.

Βαρύ τίμημα πληρώνει και η ίδια η Ευρώπη για τις κυρώσεις. Έχασε τη φθηνή ρωσική ενέργεια και τη ρωσική αγορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γερμανία, το βιομηχανικό-εξαγωγικό μοντέλο της οποίας κλυδωνίζεται, οδηγώντας την άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας στη στασιμότητα. Οι κυρώσεις πρέπει να κρίνονται με βάση το εάν υπηρετούν τον καθορισμένο πολιτικό στόχο. Διαφορετικά το μέσο μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.

Το ίδιο ισχύει για τον πόλεμο φθοράς. Η δυτική στρατηγική βασίζεται εν μέρει στην υπόθεση ότι ο χρόνος θα λειτουργούσε εναντίον της Ρωσίας. Αυτό διαψεύσθηκε. Η Ρωσία διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό, σημαντικούς φυσικούς πόρους, ενεργειακή αυτάρκεια και μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Επίσης, η ρωσική κοινωνία έχει ιστορικά επιδείξει αντοχή σε στερήσεις, ιδιαίτερα όταν απειλείται η εθνική ασφάλεια. Αντιθέτως, η Ουκρανία υφίσταται τεράστιες καταστροφές: Ανθρώπινες απώλειες, ενεργειακές εγκαταστάσεις, παραγωγικές υποδομές και πρωτοφανής δημογραφική κρίση, λόγω μαζικής μετανάστευσης. Ακόμη και εάν μετά τον πόλεμο διοχετευθούν εκατοντάδες δισ. για ανοικοδόμηση, οι απώλειες νέων ανδρών και η δημογραφική κατάρρευση δεν αποκαθίστανται.

Το στρατηγικό ερώτημα, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι: Η συνέχιση του πολέμου καταστρέφει περισσότερο την Ουκρανία, ή τη Ρωσία; Η συνέχιση του πολέμου υπηρετεί, ή όχι τον διακηρυγμένο σκοπό της σωτηρίας της Ουκρανίας; Η Δύση, όμως, επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή φθορά της Ρωσίας, αδιαφορώντας για την καταστροφή της Ουκρανίας. Ως εκ τούτου αυτό το ερώτημα έχει ήδη απαντηθεί: Πόλεμος μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό!

Χωρίς στρατηγική

Η Ευρώπη αδυνατεί να περιγράψει που θέλει να βρίσκονται σε 5-10 χρόνια οι σχέσεις της με τη Μόσχα. Θέλει μόνιμη αντιπαράθεση μαζί της; Θέλει τη Ρωσία αποκομμένη από την ευρωπαϊκή οικονομία; Θέλει την Ουκρανία, έστω και ακρωτηριασμένη, “αστακό” σαν προκεχωρημένο δυτικό οχυρό; Για πόσες δεκαετίες μπορεί να διατηρηθεί μία τέτοια κατάσταση χωρίς να διολισθήσει σε πόλεμο με μία μεγάλη πυρηνική δύναμη; Περισσότερα όπλα, περισσότερες κυρώσεις, περισσότερες αμυντικές δαπάνες, μεγαλύτερη στρατιωτική ετοιμότητα δεν συνθέτουν στρατηγική.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, πρέπει να δοθεί απάντηση σε ερωτήματα που δεν απαντώνται με όπλα. Έχει η Ευρώπη στρατηγική να πάει σε πόλεμο με τη Ρωσία, με σκοπό να την κατανικήσει και να επιβάλει αλλαγή καθεστώτος; Ορισμένοι το λένε, αλλά μία τέτοια στρατηγική οδηγεί πρωτίστως σε καταστροφή της ίδιας της Ευρώπης. Ακόμα κι αν επανέφεραν τους Αμερικανούς στο ίδιο χαράκωμα, μία γενικευμένη σύγκρουση Δύσης-Ρωσίας θα οδηγούσε σε αμοιβαία καταστροφή.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία κάποια στιγμή θα λήξει κι από ό,τι φαίνεται με νοκάουτ κι όχι με νίκη στα σημεία. Η έκβασή του θα καθορίσει τις παγκόσμιες ισορροπίες. Όλα δείχνουν πως το Κίεβο δεν μπορεί να νικήσει. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος της ειρήνης για τους Ουκρανούς. Ένας τρόπος για να αποτραπεί μία συντριπτική ρωσική νίκη, είναι η άμεση εμπλοκή του ΝΑΤΟ στον πόλεμο, αλλά αυτό θα οδηγούσε πυρηνικό πόλεμο. Ο άλλος τρόπος είναι οι διαπραγματεύσεις, όχι μόνο για την ειρήνη στην Ουκρανία, αλλά και για μία ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφαλείας, που θα εγγυηθεί και την εθνική ασφάλεια της Ρωσίας και θα βάλει τις σχέσεις της με τη Δύση σ’ ένα νέο λειτουργικό πλαίσιο.

Στην Ευρώπη έχουν ξεχάσει τα βασικά: Η διπλωματία δεν είναι δώρο στη Μόσχα. Είναι μηχανισμός διαχείρισης της αντιπαράθεσης μαζί της. Αποτροπή χωρίς διπλωματία καταλήγει σε αλλεπάλληλες κλιμακώσεις, όπως και διπλωματία χωρίς αποτροπή καταλήγει σε καταναγκασμό. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η Ευρώπη πρέπει να είναι “σκληρή” ή “ήπια” απέναντι στη Ρωσία. Αυτοί οι όροι συσκοτίζουν το πρόβλημα. Είναι εάν η Ευρώπη διαθέτει στρατηγική που να οδηγεί κάπου.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι δημιουργούνται δομές και καλλιεργείται ένα κλίμα που χρειάζονται τη μόνιμη αντιπαράθεση για να αναπαράγονται. Πρόκειται για αυτοπαγίδευση. Δεν πρόκειται κάποια στιγμή οι Ευρωπαίοι να στρέψουν τα όπλα τους κατά της Ρωσίας. Ούτε ότι το Κρεμλίνο θα επιτεθεί στο ΝΑΤΟ. Ο κίνδυνος είναι ένα επεισόδιο να πυροδοτήσει ένα φαύλο κύκλο κλιμάκωσης, που θα οδηγήσει αθέλητα σε γενικευμένο πόλεμο, ο οποίος αναπόφευκτα θα εξελιχθεί σε πυρηνικό.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

Αλίμονό μας από τους Δυτικο -Ευρωπαίους μικρόνοες, που έχουν συντρίψει κάθε έννοια λογικής και αυτοσυντήρησης. Αλλά, δυστυχώς, η βλακεία είναι ανίκητη!..

1
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx