ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο Τραμπ απέναντι σε εχθρικό Κογκρέσο – Η επόμενη συγκρουσιακή διετία

Ο Τραμπ απέναντι σε εχθρικό Κογκρέσο – Η επόμενη συγκρουσιακή διετία, Σταύρος Λυγερός
EPA/NEIL HALL

Η απώλεια και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου αποτελεί βαριά πολιτική ήττα για τον Τραμπ, έστω κι αν ο ίδιος έσπευσε να μην αναλάβει την ευθύνη, με το επιχείρημα ότι δεν ήταν υποψήφιος! Το εκλογικό αποτέλεσμα δυσκολεύει την προσπάθειά του να εμφανίζει κάθε πολιτική επιλογή ως έκφραση μιας αδιαμεσολάβητης λαϊκής εντολής.

Η κοινωνική δυσαρέσκεια αποκτά πλέον ενιαία κοινοβουλευτική εκπροσώπηση απέναντι στον Λευκό Οίκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όσοι ψήφισαν Δημοκρατικούς για το Κογκρέσο υιοθετούν συλλήβδην την πολιτική τους. Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι κατά βάση προϊόν αρνητικής ψήφου. Όπως είχε διαφανεί, ο Τραμπ είχε καταστεί πολιτικά τοξικός και στην πλειονότητά της αμερικανικής κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, η εκλογική ήττα είναι πρωτίστως δικό του παιδί, έστω κι αν δεν το αναγνωρίζει.

Ως εκ τούτου, η ήττα αποδυναμώνει και τη θέση του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Όσο εμφανιζόταν ως νικηφόρος, η πολιτική νομιμοφροσύνη των κομματικών στελεχών προς αυτόν είχε βάση και χρησιμότητα. Η διπλή ήττα στο Κογκρέσο εκ των πραγμάτων τροφοδοτεί τις υποφώσκουσες τάσεις αμφισβήτησής του. Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να ισχυριστώ ότι χάνει τον έλεγχο του κόμματός του, αλλά οπωσδήποτε δημιουργεί κίνητρα για πολιτική αποστασιοποίηση από επιλογές του.

Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί θα κάνουν λάθος εάν θεωρήσουν ότι η νίκη τους σηματοδοτεί το τέλος της κρίσης, στην οποία είχαν περιέλθει. Όπως προανέφερα, το αποτέλεσμα είναι πρωτίστως; Ήττα του Τραμπ και δευτερευόντως δική τους νίκη. Αυτό δεν αλλάζει τίποτα στο θεσμικό επίπεδο, αλλά έχει πολιτική σημασία και θα φανεί από τις πρωτοβουλίες που θα αναλάβει η πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο. Παρά το καθαρό εκλογικό αποτέλεσμα, η αμερικανική κοινωνία δεν έπαψε να είναι βαθιά διχασμένη.

Προφανώς, ο Τραμπ δεν υποχρεώνεται να παραιτηθεί ούτε να ορίσει κυβέρνηση της αρεσκείας των αντιπάλων του. Διατηρεί την εκτελεστική εξουσία και το προεδρικό βέτο. Χωρίς τις αναγκαίες ενισχυμένες πλειοψηφίες για να το υπερβούν, οι Δημοκρατικοί δεν μπορούν να εφαρμόσουν μονομερώς το πρόγραμμά τους. Ο νέος συσχετισμός δυνάμεων, ωστόσο, παράγει αμοιβαία δυνατότητα παρεμπόδισης και ανάγκη επιλεκτικών συμφωνιών, για την επίτευξη των οποίων ο Τραμπ δήλωσε έτοιμος.

Η ήττα στο Κογκρέσο ανοίγει δρόμο για διαδοχή

Η διαφορά από το εάν οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν χάσει μόνο τη Βουλή είναι ουσιαστική. Από τον Ιανουάριο, η αντιπολίτευση θα μπορεί να καθυστερεί ή να απορρίπτει διορισμούς που απαιτούν έγκριση της Γερουσίας. Η ανανέωση του κυβερνητικού επιτελείου με αποκλειστικό κριτήριο την προσωπική αφοσίωση γίνεται δυσκολότερη. Οι προσωρινές τοποθετήσεις δεν αποτελούν απεριόριστο υποκατάστατο των κανονικών διαδικασιών.

Όλα δείχνουν πως οι Δημοκρατικοί θα χρησιμοποιήσουν τη Γερουσία για να δρομολογήσουν έρευνες-διώξεις εναντίον στενών συνεργατών του Τραμπ και πιθανότατα και εναντίον του. Η απομάκρυνσή του, όμως, απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων που δεν υπάρχει. Το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο Αμερικανός πρόεδρος θα είναι τα συνεχή εμπόδια, η συστηματική πολιτική φθορά από τον “ανταρτοπόλεμο” του Κογκρέσου και η πιθανή εκδήλωση αμφισβήτησης και αποσχιστικών τάσεων στο κόμμα του.

Η διπλή ήττα επιταχύνει τη διπλή σύγκρουση εν όψει του 2028. Η πρώτη για το ποιος θα πάρει το χρίσμα για την προεδρία στους Ρεπουμπλικάνους. Κατά πάσα πιθανότητα θα πρόκειται για μονομαχία του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Η δεύτερη σύγκρουση θα είναι για το ποιο από τα δύο κόμματα θα καταλάβει τον Λευκό Οίκο. Δεν είναι σαφές εάν ο Τραμπ θα επιδιώξει να καθορίσει τον διάδοχό του, αλλά είναι σαφές ότι οι δύο επίδοξοι διάδοχοι εκπροσωπούν δύο διαφορετικές εκδοχές για την πολιτική φυσιογνωμία των Ρεπουμπλικάνων.

Είναι ωστόσο, μάλλον απίθανο να επιστρέψουν στην προ-Τραμπ εποχή. Οι κοινωνικές αιτίες που γέννησαν και τροφοδότησαν το MAGA παραμένουν: οικονομική ανασφάλεια, διάρρηξη της εμπιστοσύνης στις άρχουσες ελίτ, πολιτισμικές συγκρούσεις και αίσθηση απώλειας ελέγχου. Η ήττα πιθανόν να οδηγήσει σε αναπροσαρμογή του τραμπισμού, αλλά όχι σε ανατροπή του. Αυτό που σίγουρα θα συρρικνωθεί είναι η τοξική ρητορική και η αυθαιρεσία του Τραμπ.

Προσεχώς, η αντίδραση της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικάνων στη διπλή ήττα μάλλον θα είναι μία επιθετική συσπείρωση, παρά μία στροφή προς τη συναίνεση με τους Δημοκρατικούς. Αν και δεν υπάρχει αμφισβήτηση του αποτελέσματος, η ιδεολογική και πολιτισμική διαχωριστική γραμμή μάλλον θα βαθύνει, αν και έχουν καταστεί αναγκαίες κάποιες διακομματικές συμφωνίες, όπως η ανάγκη χρηματοδότησης του κράτους.

Επιπτώσεις στο Ουκρανικό

Η διπλή ήττα θα έχει αναπόφευκτα επιπτώσεις και στην εξωτερική πολιτική. Ο Τραμπ χρειάζεται περισσότερο τώρα μία διεθνή επιτυχία, αλλά οι συνθήκες για να την επιτύχει γίνονται δυσμενέστερες. Οι όποιοι διεθνείς συνομιλητές του εκ των πραγμάτων θα έχουν εφεξής περισσότερους λόγους να αμφιβάλλουν για τις όποιες δεσμεύσεις του. Γιατί ακόμα και εάν επιτευχθεί κάποια συμφωνία π.χ. για το Ουκρανικό ή με το Ιράν, στην εξίσωση θα παρεμβαίνει θεσμικά και το Κογκρέσο με τις δικές του απόψεις.

Ορισμένες συμφωνίες μπορούν, βεβαίως, να προωθηθούν χωρίς να προσλάβουν το καθεστώς συνθήκης. Άλλες απαιτούν κοινοβουλευτική συνεργασία, ιδιαίτερα όταν συνεπάγονται χρήματα ή αλλαγή νομοθεσίας. Ο Τραμπ μπορεί να προτιμά πολιτικές συνεννοήσεις μεταξύ ηγετών που επιτρέπουν γρήγορη ανακοίνωση, αλλά τόσο ο Πούτιν, όσο και η Τεχεράνη θα απαιτήσουν πλήρη δέσμευση των ΗΠΑ και όχι απλές προσωπικές συμφωνίες.

Στο Ουκρανικό οι Δημοκρατικοί κινούνται σε άλλο μήκος κύματος από τον Τραμπ, γεγονός που δυσχεραίνει πολύ την ειρηνευτική πρωτοβουλία που έχει δρομολογήσει με την προσεχή τριμερή συνάντηση στο Άμπου Ντάμπι. Πιθανότατα θα ψηφίσουν για την επανάληψη της βοήθειας σε χρήμα και όπλα προς το Κίεβο. Μία τέτοια εξέλιξη το μόνο που θα επιφέρει είναι την κλιμάκωση του πολέμου με ό,τι αυτό σημαίνει. Το Κογκρέσο δεν μπορεί, βεβαίως, να παρακάμψει τον πρόεδρο και να ασκήσει δική του εξωτερική πολιτική, αλλά έχει μοχλούς για να παρεμβάλει εμπόδια στην πολιτική του Τραμπ.

Αυτός θα κατηγορήσει τους Δημοκρατικούς ότι θέλουν να χρηματοδοτήσουν έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος, ενώ αυτοί θα αντιτείνουν ότι ο Λευκός Οίκος επιβραβεύει τη Ρωσία και υπονομεύει την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Πίσω από αυτή τη διένεξη βρίσκεται η διαφορά μεταξύ των δύο αντιπάλων για το πώς πρέπει να προσαρμοστούν οι ΗΠΑ στα όρια της ισχύος τους. Προφανώς, η Μόσχα θα απαιτήσει ισχυρές εγγυήσεις από έναν Αμερικανό πρόεδρο που αμφισβητείται στο εσωτερικό. Θα συμφωνήσει μόνο εάν μέχρι τον ερχόμενο Ιανουάριο προκύψει συμφωνία στη βάση των ρωσικών όρων. Το μόνο σίγουρο είναι πως το εκλογικό αποτέλεσμα αλλάζει το περιβάλλον των διαπραγματεύσεων, χωρίς όμως να καθορίζει την έκβασή τους.

Επιπτώσεις στις διατλαντικές σχέσεις

Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι μία ανάσα ανακούφισης για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που το τελευταίο διάστημα νοιώθουν ασφυκτική πίεση και στο εσωτερικό των χωρών τους και από την Ουάσινγκτον. Από τον Ιανουάριο θα αποκτήσουν φιλικούς συνομιλητές στο Κογκρέσο, αλλά υπάρχει κίνδυνος να επενδύσουν στη φαντασίωση ότι ο τραμπισμός είναι παρένθεση και ότι με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν το Κογκρέσο οι διατλαντικές σχέσεις θα επιστρέψουν στα παλιά και μαζί τους θα επιστρέψει και η αμερικανική προστασία στην Ευρώπη.

Η αμερικανική απαίτηση για να αναλάβουν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι το βάρος της άμυνάς τους έχει βαθύτερες αιτίες (τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ προς τον Ινδοειρηνικό) από το προσωπικό ύφος του Τραμπ. Η Ευρώπη θα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ίδια οξυμένα προβλήματα στους τομείς της άμυνας, του ενεργειακού κόστους και ευρύτερα της οικονομικής δυσπραγίας.

Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν λόγο να κάνουν εκπτώσεις στα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ για να διευκολύνουν την Ευρώπη. Η ατλαντική ρητορική μπορεί να μειώνει τις προστριβές, αλλά δεν εξαλείφει τις αντιθέσεις. Ο υπό πίεση Τραμπ, μάλιστα, δεν αποκλείεται να απαιτήσει εντονότερα ευρωπαϊκές παραχωρήσεις για να τις προβάλει στο εσωτερικό ως αποδείξεις αποτελεσματικότητας. Με άλλα λόγια, η αλλαγή σκυτάλης στο Κογκρέσο δεν είναι τόσο ελπιδοφόρα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται.

Επιπτώσεις στον πόλεμο με το Ιράν

Αναφορικά με την κατάσταση πόλεμος-μη πόλεμος στον Κόλπο, η διπλή ήττα του Τραμπ δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να αποτρέψει το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης κλιμάκωσης. Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί μπορούν να δρομολογήσουν έρευνες, να διεκδικήσουν περιορισμούς στις πιστώσεις και να ενεργοποιήσουν τον έλεγχο της πολεμικής εξουσίας του Λευκού Οίκου. Αυτά, βεβαίως, από τον Ιανουάριο.

Η σημαντικότερη μεταβολή είναι πολιτική. Αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές και γερουσιαστές θεωρούν ότι η επίθεση στο Ιράν έπαιξε βασικό ρόλο για την ήττα του κόμματός τους και ως εκ τούτου θα δυσκολευθούν να εγκρίνουν νέα κλιμάκωση. Η διαφωνία έχει ήδη διαπεράσει και το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, ιδίως όσους αντιλαμβάνονται το “Πρώτα η Αμερική” ως περιορισμό των εξωτερικών περιπετειών. Ο πρόεδρος δεν θα διαθέτει πλέον την ίδια ευκολία να εμφανίζει το κόστος σαν επιλογή του αμερικανικού λαού.

Αυτό ενισχύει το κίνητρο εξόδου από τη σύγκρουση, αλλά με τρόπο που να παρουσιαστεί σαν επιτυχία, αν και δεν θα πρόκειται για τέτοια. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαλείφεται ο πειρασμός ενός τελευταίου μεγάλου πλήγματος με σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις νίκης και να βελτιώσει τους όρους. Η Τεχεράνη, όμως, δεν αναμένεται να προσφέρει στον Τραμπ μια ευνοϊκή γι’ αυτόν διέξοδο, ειδικά εάν έχει υποστεί βαρύ πλήγμα. Αν θεωρήσει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της, πιθανόν να ανταποδώσει σκληρά. Η αντοχή του αντιπάλου και η ασφάλεια των χωρών του Κόλπου θα εξακολουθούν να θέτουν όρια στον αμερικανικό σχεδιασμό.

Η στάση απέναντι στο Ισραήλ

Η κυριαρχία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο διευρύνει τη δυνατότητα ελέγχου της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ και ευρύτερα ελέγχου επιλογών που εμπλέκουν τις ΗΠΑ σε περιφερειακές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Δεν συγκροτεί, όμως, ενιαίο μέτωπο απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση. Οι διαφορές μεταξύ της ηγεσίας και των πιο επικριτικών τάσεων στους κόλπους του Δημοκρατικού Κόμματος θα επηρεάζουν τις στάσεις, αφού το αρνητικό για το Ισραήλ κλίμα στην εκλογική βάση των Δημοκρατικών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κοινοβουλευτική γραμμή.

Έστω και με καθυστέρηση, ο Τραμπ ενδεχομένως να συνειδητοποιήσει ότι βασική αιτία της ήττας ήταν το γεγονός ότι “παρασύρθηκε” από το Νετανιάχου και μπήκε στην περιπέτεια της επίθεσης στο Ιράν. Αυτό ενδεχομένως να τον οδηγήσει σε μία αναθεώρηση της στάσης του απέναντι στον μέχρι τώρα στενό φίλο του. Δεν αποκλείεται να συμβεί και το αντίθετο: να χρησιμοποιήσει το χαρτί της υπεράσπισης του Ισραήλ για να ανασυγκροτήσει συντηρητικά ακροατήρια, αλλά αυτό θα ήταν μάλλον αυτοκτονική επιλογή, λόγω του γεγονότος ότι η πλειονότητα των Αμερικανών στέκεται πλέον κριτικά απέναντι στο Ισραήλ.

Συμπερασματικά, η διπλή ήττα κάνει δυσκολότερη τη μετατροπή της προσωπικής του βούλησης του Τραμπ σε πολιτική της Ουάσινγκτον. Η επόμενη διετία θα είναι πιθανότατα πολιτικά συγκρουσιακή, χωρίς να αποκλείεται η εσωτερική διένεξη να σπρώξει τον Τραμπ σε εξωτερικό ακτιβισμό. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι οι ΗΠΑ καλούνται να αναπροσαρμόσουν τις διεθνείς δεσμεύσεις τους, ενώ αδυνατούν να συμφωνήσουν στο εσωτερικό για τους όρους αυτής της αναπροσαρμογής.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx