ΓΝΩΜΗ

Από την κοστολόγηση των υποσχέσεων στη λογοδοσία της εντολής

Από την κοστολόγηση των υποσχέσεων στη λογοδοσία της εντολής, Ανύτος Αγγελής
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η κοστολόγηση των προεκλογικών εξαγγελιών από έναν ανεξάρτητο θεσμό μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με αυτονόητη δημοκρατική πρόοδο. Γιατί να μπορεί ένα πολιτικό κόμμα να υπόσχεται παροχές δισεκατομμυρίων χωρίς να εξηγεί πόσο κοστίζουν, πώς θα χρηματοδοτηθούν και ποιες δημοσιονομικές συνέπειες θα έχουν;

Από αυτή την άποψη, η νέα αρμοδιότητα του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου έχει ένα πραγματικό και χρήσιμο περιεχόμενο. Ο νομοθέτης του ανέθεσε να αξιολογεί και να ποσοτικοποιεί τον δημοσιονομικό αντίκτυπο προτάσεων πολιτικών κομμάτων, ενώ το Τεχνικό Υπόμνημα που δημοσιοποιήθηκε στα τέλη Ιουλίου 2026 περιγράφει μια κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης, με στόχο τη μεγαλύτερη δημοσιονομική διαφάνεια και έναν καλύτερα τεκμηριωμένο δημόσιο διάλογο.

Αυτό είναι θετικό και δεν υπάρχει λόγος να το υποβαθμίσουμε. Το ερώτημα αρχίζει όταν μια χρήσιμη διαδικασία δημοσιονομικού ελέγχου αποκτά στη δημόσια παρουσίασή της πολύ ευρύτερες δημοκρατικές διαστάσεις από όσες πράγματι διαθέτει. Ήδη μέρος της σχετικής δημοσιότητας περιγράφει τον νέο μηχανισμό ως “κόφτη” στις προεκλογικές υποσχέσεις, ενώ αλλού γίνεται λόγος ακόμη και για “πλήρη κοστολόγηση” των προτάσεων των κομμάτων.

Αν όμως εξετάσει κανείς το πραγματικό θεσμικό περιεχόμενο της ρύθμισης, η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική. Η προσφυγή στον μηχανισμό δεν είναι υποχρεωτική για όλα τα κόμματα και για ολόκληρο το πρόγραμμά τους. Η διαδικασία ενεργοποιείται με πρωτοβουλία του ίδιου του πολιτικού φορέα, ενώ τα κόμματα επιλέγουν τις προτάσεις που επιθυμούν να υποβάλουν και καθορίζουν τη σειρά προτεραιότητάς τους. Για την πρώτη εφαρμογή του συστήματος προβλέπεται, μάλιστα, η αξιολόγηση έως δέκα προτάσεων ανά κόμμα. Επομένως, δεν έχουμε κοστολόγηση του πολιτικού προγράμματος ως ενιαίου συνόλου, αλλά κοστολόγηση επιλεγμένων μέτρων του.

Παρανοήσεις

Η διαφορά είναι ουσιώδης. Δέκα επιμέρους προτάσεις μπορούν να έχουν δέκα απολύτως ορθές κοστολογήσεις και παρ’ όλα αυτά να εντάσσονται σε ένα συνολικό πρόγραμμα που δεν είναι δημοσιονομικά συνεπές. Η βιωσιμότητα ενός κυβερνητικού προγράμματος δεν προκύπτει από την απλή παράθεση ανεξάρτητων αριθμών. Εξαρτάται από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ πολιτικών, από τη χρονική τους αλληλουχία, από τους συνολικά διαθέσιμους πόρους και, σε αρκετές περιπτώσεις, από οικονομικές και κοινωνικές επιδράσεις που υπερβαίνουν την άμεση δημοσιονομική επίπτωση.

Το ίδιο το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο οριοθετεί με σαφήνεια το αντικείμενό του. Η διαδικασία είναι τεχνική και δεν αποβλέπει στην αξιολόγηση της πολιτικής σκοπιμότητας, της συνολικής ποιότητας του σχεδιασμού ή της κοινωνικής αξίας μιας πρότασης. Και αυτό είναι απολύτως εύλογο για έναν δημοσιονομικό θεσμό. Θα ήταν παράδοξο να του ζητούσαμε να μετατραπεί σε υπερκείμενο κριτή της πολιτικής.

Η διάκριση όμως πρέπει να διατηρηθεί και στη δημόσια συζήτηση: η δημοσιονομική επαληθευσιμότητα μιας πολιτικής δεν ταυτίζεται ούτε με την πολιτική της ορθότητα ούτε, πολύ περισσότερο, με τη δημοκρατική ποιότητα της σχέσης που δημιουργείται ανάμεσα στο κόμμα και στον πολίτη.

Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα. Η τεχνική διαδικασία επιτρέπει την επικοινωνία προκαταρκτικών εκτιμήσεων και τη μεταβολή ή απόσυρση μιας πρότασης πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία. Αυτό είναι εύλογο εφόσον ο σκοπός είναι να βελτιωθεί ο σχεδιασμός μιας πολιτικής. Από τη σκοπιά όμως της δημοκρατικής λογοδοσίας γεννά ένα διαφορετικό ερώτημα: θα γνωρίζει ο πολίτης ολόκληρη την ιστορία μιας σημαντικής πολιτικής δέσμευσης —την αρχική πρόταση, τις παραδοχές της, τις αλλαγές που έγιναν και τους λόγους τους— ή κυρίως την τελική εκδοχή που επιλέχθηκε να παρουσιαστεί στον δημόσιο χώρο;

Η διαφορά αυτή είναι κρίσιμη, διότι η πραγματική λογοδοσία χρειάζεται θεσμική μνήμη. Δεν αρκεί η τελευταία φωτογραφία μιας πολιτικής πρότασης· χρειάζεται να είναι ορατή και η διαδρομή που οδήγησε σε αυτήν. Το ουσιαστικότερο κενό, ωστόσο, εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η προεκλογική περίοδος.

Τι θα γίνει με τις προεκλογικές υποσχέσεις

Ας υποθέσουμε ότι ένα κόμμα υποβάλλει μια σημαντική πρόταση στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Η πρόταση κοστολογείται, το αποτέλεσμα δημοσιοποιείται και το κόμμα το επικαλείται ως τεκμήριο αξιοπιστίας κατά την προεκλογική περίοδο. Οι πολίτες ψηφίζουν, το κόμμα αποκτά κυβερνητική εξουσία και, μετά τις εκλογές, η συγκεκριμένη πολιτική είτε δεν εφαρμόζεται είτε εφαρμόζεται με ουσιωδώς διαφορετικό τρόπο.

Τι ενεργοποιεί τότε ο μηχανισμός της προεκλογικής κοστολόγησης; Ως προς τη σχέση της αρχικής δέσμευσης με τη μετέπειτα άσκηση της εξουσίας, τίποτε. Δεν δημιουργεί από μόνος του υποχρέωση εφαρμογής. Δεν εγκαθιστά συνεχή σύγκριση ανάμεσα στην προεκλογική δέσμευση και στην κυβερνητική πράξη. Δεν απαιτεί ειδική δημόσια αιτιολόγηση της απόκλισης, ούτε συνδέει τη μεταβολή μιας υπόσχεσης με συγκεκριμένη διαδικασία επανεξέτασης και λογοδοσίας.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιώδης διάκριση. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο μπορεί να ελέγξει πόσο κοστίζει μια προεκλογική υπόσχεση. Δεν ελέγχει ποιος δεσμεύεται από αυτήν, αν παραμένει δεσμευμένος μετά την ψήφο, αν την εφαρμόζει, γιατί αποκλίνει από αυτήν και ποιος λογοδοτεί για την απόκλιση. Αυτό δεν αποτελεί κριτική προς το ίδιο το ΕΔΣ. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο ασκεί τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα που του ανατέθηκε και οριοθετεί ορθώς το τεχνικό της αντικείμενο. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η αντιμετώπιση ενός περιορισμένου αλλά υπαρκτού προβλήματος —της δημοσιονομικής αξιοπιστίας των προεκλογικών εξαγγελιών— παρουσιάζεται ως πολύ ευρύτερη θεραπεία του προβλήματος της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Τότε κινδυνεύουμε να υποκαταστήσουμε ένα δύσκολο ερώτημα με ένα ευκολότερο. Το δύσκολο ερώτημα είναι: πώς παραμένει ο πολίτης ουσιαστικά παρών στη σχέση με εκείνον στον οποίο ανέθεσε προσωρινά την άσκηση της πολιτικής εξουσίας; Το ευκολότερο είναι: ήταν κοστολογημένες ορισμένες από τις υποσχέσεις του πριν από τις εκλογές; Το δεύτερο είναι χρήσιμο. Δεν απαντά όμως στο πρώτο.

Μια διαδικασία αληθινής λογοδοσίας

Ακριβώς πάνω σε αυτή τη διάκριση έχει αναπτυχθεί το ερευνητικό πρόγραμμα “Αληθής Αντιπροσώπευση – Εντολή με Όρους”. Δεν πρόκειται για κομματικό πρόγραμμα ούτε για πρόταση συγκεκριμένης οικονομικής, κοινωνικής ή εξωτερικής πολιτικής. Είναι μια πρόταση δημόσιας πολιτικής για την ίδια τη θεσμική σχέση αντιπροσώπευσης: εξετάζει με ποιους κανόνες μπορεί η περιοδική εκλογική εξουσιοδότηση να μετατραπεί σε σαφέστερη, ελέγξιμη και αναθεωρήσιμη πολιτική εντολή, χωρίς να καταργείται η αναγκαία αυτονομία της κυβέρνησης να κυβερνά.

Η θεωρητική αυτή αφετηρία έχει μεταφραστεί σε συγκεκριμένο επιχειρησιακό πλαίσιο. Στον πυρήνα του βρίσκονται οι Δώδεκα Δημοκρατικές Δεσμεύσεις: δημόσια και μετρήσιμη Χάρτα Διακυβέρνησης, διαφάνεια των κυβερνητικών συμφωνιών, αποτύπωση της πραγματικής αποφασιστικής ισχύος, αιτιολόγηση στόχων, εναλλακτικών, κόστους και συνεπειών, συμμετοχή των πολιτών πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα, δυνατότητα πρωτοβουλίας και αναπομπής, υποχρεωτική Έκθεση Απόκλισης όταν η εφαρμογή απομακρύνεται από τη δημόσια δέσμευση, ανεξάρτητος έλεγχος της εφαρμογής, θεσμική μνήμη και κλιμακωτή λογοδοσία ανάλογη προς την πραγματική ισχύ.

Η πλήρης πρόταση, η ερευνητική της τεκμηρίωση και οι διαφορετικές βαθμίδες παρουσίασής της είναι δημόσια διαθέσιμες στην Πύλη της Αληθούς Αντιπροσώπευσης, ενώ οι Δώδεκα Δεσμεύσεις είναι διαθέσιμες και απευθείας ως επιχειρησιακός πυρήνας του σχεδίου. Η δημόσια πύλη επιτρέπει στον αναγνώστη να περάσει από μια σύντομη εισαγωγή σε αναλυτικότερη παρουσίαση και από εκεί στο πλήρες ερευνητικό σώμα που στηρίζει την πρόταση.

Η αναφορά σε αυτή την πρόταση έχει σημασία ακριβώς επειδή επιτρέπει να δούμε πού τοποθετείται η κοστολόγηση μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα λογοδοσίας. Η κοστολόγηση δεν απορρίπτεται. Αντίθετα, εντάσσεται εκεί όπου πραγματικά ανήκει: πρόταση → τεκμηρίωση και κοστολόγηση → δημόσια δέσμευση → εκλογική εντολή → εφαρμογή → μέτρηση → απόκλιση → αιτιολόγηση → λογοδοσία.

Πότε αρχίζει η ουσιαστική δημοκρατική σχέση

Η νέα ρύθμιση καλύπτει ένα χρήσιμο τμήμα της πρώτης φάσης αυτής της ακολουθίας. Η ουσιαστική δημοκρατική σχέση, όμως, αρχίζει όταν η τεκμηριωμένη προεκλογική πρόταση πρέπει να παραμείνει ορατή και ελέγξιμη μετά την ανάθεση της εξουσίας. Αυτό εξηγεί και γιατί η πολιτική συζήτηση γύρω από τη νέα ρύθμιση κινδυνεύει να περιοριστεί σε ένα πολύ στενό πεδίο.

Η κυβέρνηση μπορεί εύκολα να παρουσιάσει την κοστολόγηση ως ανάχωμα στις ανέξοδες υποσχέσεις της αντιπολίτευσης. Τμήμα της σχετικής δημοσιότητας ήδη υιοθετεί αυτή τη λογική, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως “κόφτης στις προεκλογικές υποσχέσεις”. Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, μπορεί εξίσου εύκολα να απαντήσει αμφισβητώντας τον μηχανισμό, τις παραδοχές ή την πολιτική σκοπιμότητα της πρωτοβουλίας.

Έτσι όμως κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε έναν ακόμη κύκλο πολιτικού τακτικισμού και αντιτακτικισμού, ενώ το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει ανέγγιχτο. Η δημοκρατικά απαιτητική απάντηση θα ήταν διαφορετική: Ναι, να κοστολογούνται ανεξάρτητα και με κοινή μεθοδολογία όλες οι ουσιώδεις πολιτικές προτάσεις που μπορούν αξιόπιστα να κοστολογηθούν. Αλλά να μη σταματήσουμε εκεί.

Να ζητηθεί από κάθε κόμμα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που ήδη κυβερνά, να απαντήσει επίσης σε μια δεύτερη σειρά ερωτημάτων:

  • Ποια ακριβώς είναι η εντολή που ζητά από τους πολίτες;
  • Ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνει και πώς συνδέονται μεταξύ τους σε ένα συνολικά συνεκτικό πρόγραμμα;
  • Με ποιους πόρους και σε ποιο χρονοδιάγραμμα θα υλοποιηθούν;
  • Ποιος φέρει την πραγματική ευθύνη για καθεμία;
  • Πώς θα μετράται δημόσια η εφαρμογή τους;
  • Τι διαδικασία θα ακολουθείται όταν οι συνθήκες πράγματι επιβάλλουν αλλαγή πολιτικής;
  • Πώς θα καταγράφεται και θα αιτιολογείται μια ουσιώδης απόκλιση;
  • Και, τελικά, ποια πραγματική δυνατότητα γνώσης, συμμετοχής, επανεξέτασης και ελέγχου θα διαθέτει ο πολίτης στο διάστημα ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις;

Αυτή είναι μια βάσανος στην οποία μπορούν να υποβληθούν με τους ίδιους όρους κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Δεν αφορά το αν ένα κόμμα βρίσκεται δεξιά, αριστερά ή στο κέντρο, ούτε υποδεικνύει στον πολίτη ποια πολιτική πρέπει να επιλέξει. Αφορά το προηγούμενο και βαθύτερο ερώτημα: με ποιους όρους είναι διατεθειμένος όποιος ζητά εξουσία, να τη δεχθεί, να την ασκήσει και να λογοδοτεί γι’ αυτήν.

Η ανεξάρτητη κοστολόγηση αποτελεί ένα χρήσιμο βήμα προς σοβαρότερες προεκλογικές δεσμεύσεις. Δεν χρειάζεται ούτε να υποτιμηθεί ούτε να εξιδανικευθεί. Χρειάζεται να τοποθετηθεί στη σωστή της θέση. Γιατί μια υπόσχεση μπορεί να είναι απολύτως κοστολογημένη και να παραμείνει απλώς μια υπόσχεση. Η δημοκρατική μεταβολή αρχίζει όταν η τεκμηριωμένη υπόσχεση μετατρέπεται σε δημόσια, διαρκώς ελέγξιμη εντολή.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx