ΑΝΑΛΥΣΗ

Η τυραννία της εξαίρεσης και η ηθική χρεοκοπία του πολιτισμού μας

Η τυραννία της εξαίρεσης και η ηθική χρεοκοπία του πολιτισμού μας, Διονύσης Δρόσος
EPA/JULIEN'S AUCTIONS HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES

Η λέξη ἐξαίρεσις παράγεται από το ρήμα ἐξαιρῶ. Το οποίο με τη σειρά του συντίθεται από το πρόθημα ἐξ, που δηλώνει κίνηση απομάκρυνσης, εξαγωγή, και το ρήμα αἱρῶ, το οποίο σημαίνει επιλέγω, παίρνω, πιάνω. Ἐξαιρῶ λοιπόν σημαίνει επιλέγω κάτι από ένα σύνολο και το βγάζω εκτός του συνόλου. Η πράξη αυτή λέγεται ἐξαίρεσις.

Η εξαίρεση λοιπόν δηλώνει συνεπώς μια διπλή κίνηση: επιλογή ενός στοιχείου και συγχρόνως τοποθέτησή του έξω από τη συνάφειά του με άλλα στοιχεία, με τα οποία προηγουμένως ήταν συντεταγμένο. Χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο για να δηλώσουμε ότι μια κανονικότητα που διέπει τα στοιχεία ενός συνόλου, αναστέλλεται ή παύει να ισχύει για ένα ή περισσότερα από αυτά τα στοιχεία. Το εξαιρούμενο στοιχείο επομένως παύει να υπάγεται στον κανόνα και απομονὠνεται ως μια “αυτόνομη” μονάδα.

Υπάρχει δε διπλή αυθαιρεσία στο γεγονός της εξαίρεσης, που αφορά και τα δύο συνθετικά της λέξης: δεν γνωρίζουμε ούτε το γιατί της αίρεσης (δηλαδή γιατί επιλέγεται αυτό το στοιχείο και όχι άλλο) ούτε το γιατί του εξ (δηλαδή γιατί το επιλεγμένο τίθεται εκτός της κανονικότητας). Και υπάρχει αυθαιρεσία διότι ο κανόνας δεν μπορεί να εξηγήσει παρά μόνον ό,τι λειτουργεί υπό τη δική του λογική ισχύ. Δηλαδή αδυνατεί να εξηγήσει ό,τι διαφεύγει της λογικής του τάξης. Υπάρχει συνεπώς ένα στοιχείο βίας στο γεγονός της εξαίρεσης.

Αν περάσουμε στο επίπεδο της κοινωνικής πρακτικής η “ανωμαλία” παίρνει άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Όταν οι σχέσεις αφορούν άψυχα πράγματα, λέμε συνήθως πως “η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα”. Με το οξύμωρο αυτό ευφυολόγημα εννοούμε πως ο νόμος των μεγάλων αριθμών δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ένα ή δύο στοιχεία παραμένουν “ανυπάκουα”. Παραμένει πάντως ανεξήγητο το γεγονός της εξαίρεσης αυτής.

Οι κανόνες της ηθικής

Αλλάζουν τα πράγματα όμως όταν τα σχετιζόμενα στοιχεία δεν είναι άψυχα, αλλά υποκειμενικότητες, με βούληση, νόηση και επιθυμίες. Το πώς πρέπει να ζουν και να σχετίζονται μεταξύ τους τα υποκείμενα, ορίζει το πεδίο που ονομάζουμε ηθική. Η αξίωση εξαίρεσης στο πεδίο της ηθικής δεν προέρχεται από μια απρόσωπη “ιδιορρυθμία” της γλώσσας. Εδώ πρόκειται για την βουλητική αξίωση ενός υποκειμένου να εξαιρεθεί από την τήρηση ενός κανόνα γενικής ισχύος. Αυτή η αξίωση όχι μόνον δεν “επιβεβαιώνει” τον κανόνα, αλλά τον αναστέλλει και τον απειλεί. Γιατί αυτό;

Διότι οι κανόνες της ηθικής, δηλαδή οι κανόνες που αφορούν το πώς πρέπει να ζούμε εντός της κοινωνίας, έχουν ισχύ υπό τον όρο της οικουμενικότητας. Τουλάχιστον στην νεωτερική δυτική κοινωνία, για να μην ανατρέξουμε σε άλλους πολιτισμούς, η δεσμευτικότητα των ηθικών κανόνων θεμελιώθηκε στην κοινή ανθρώπινη φύση. Αυτό κατέστη απολύτως αναγκαίο ήδη από τις απαρχές της νεωτερικότητας για τους εξής λόγους.

  1. Η πολυδιάσπαση των χριστιανικών ομολογιών (Παπισμός- Μεταρρύθμιση) οδήγησε σε διαιρέσεις και θρησκευτικούς πολέμους. Η κοινή θρησκεία δεν μπορούσε να αποτελέσει κοινή βάση αναφοράς.
  2. Η προϊούσα εκκοσμίκευση, απομάκρυνε τη θρησκεία γενικά από το κέντρο οργάνωσης και νοηματοδότησης του βίου. Η κοινή βάση αναφοράς δεν μπορούσε να είναι θρησκευτική.
  3. Η αποσύνθεση των παραδοσιακών κοινοτικών αξιών, ανέδειξε την αξία της ατομικότητας.
  4. Το εμπόριο, η βιοτεχνική και μετά η βιομηχανική παραγωγή έφερε τον ανταγωνισμό για το κέρδος στο κέντρο της ζωής των ατόμων. Το χρήμα συνδέει τα άτομα μέσω του συμφέροντος, αλλά συγχρόνως τα φέρνει σε αντιπαράθεση, καθώς το καθένα ακολουθεί μόνο το δικό του συμφέρον και κανείς δεν εγγυάται σύγκλιση και εναρμόνιση των συμφερόντων.

Το νεωτερικό ηθικό πρόβλημα

Το νεωτερικό ηθικό πρόβλημα λοιπόν έγκειται στο εξής: Τι μπορεί να αποτελέσει ηθικό δεσμό για άτομα που δεν έχουν πλέον ούτε κοινή πίστη και πιθανότατα πολύ εξασθενημένη ή και διόλου πίστη; Πώς να δεσμευθούν ηθικά άτομα τα οποία δεν αναγνωρίζουν κανένα κοινό ύψιστο αγαθό, τα οποία αποβλέπουν στο ατομικό/οικογενειακό τους όφελος; Σε ποιον λογοδοτούν ηθικά, εφόσον κανέναν δεν αναγνωρίζουν ως αυθεντία; Και πώς θα γίνει αυτό υπό τον νεωτερικό αξιακό όρο της αξίας του ατόμου. Πώς θα γίνει ο ατομιστής άνθρωπος να υπακούει σε κανόνες, χωρίς να αναιρείται η ελευθερία του;

Ελλοχεύει ο κίνδυνος, η απολύτως αναγκαία τάξη για την μη διάλυση της κοινωνίας να επιβληθεί αυθαίρετα από τη νομοθετική βούληση του πολιτικού κυρίαρχου, σε ένα κενό ηθικής. Κάτι που θα σήμαινε (μερική) αναίρεση της ατομικής ελευθερίας και απεριόριστο αυταρχισμό. Έχει σημασία να γνωρίζουμε ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι εγγενής ροπή στον καπιταλιστικό πολιτισμό της φιλελεύθερης και δημοκρατικής Δύσης. Ωστόσο, υπήρξαν δυο τουλάχιστον εγχειρήματα, την εποχή του Διαφωτισμού, να αποτραπεί αυτή η καταστροφική δύναμη που λειτουργεί σαν νόμος της βαρύτητας σε μια κοινωνία εξατομίκευσης. Και οι δύο αυτοί δρόμοι βασίζουν την αξίωση οικουμενικότητας των κανόνων στην κοινή ανθρώπινη φύση. Ας τους δούμε όσο πιο απλά γίνεται:

Ο ένας δρόμος είναι εκείνος των ηθικών συναισθημάτων. Η προσέγγιση αυτή, που εγκαινιάστηκε, τον 18ο αιώνα από τους φιλοσόφους του Σκωτικού Διαφωτισμού και θεμελιωτές του οικονομικού φιλελευθερισμού (Francis Hutcheson, David Hume, Adam Smith), θεμελιώνεται στην υπόθεση ότι όλοι ο άνθρωποι, ανεξαρτήτως θρησκευτικών και κοσμικών πεποιθήσεων, πίστεως, έχουν κοινή φύση. Κυρίως, κοινή ψυχολογική δομή, όπου δεσπόζουν δύο ροπές: α. ο καθένας έχει μια μεροληπτική προτίμηση προς τον εαυτό του (οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από φιλαυτία κυρίως και όχι φιλαλληλία) και β. ο καθένας εξαρτάται ψυχολογικά σε σημαντικό βαθμό από την επιδοκιμασία των άλλων.

Με άλλα λόγια, όλοι οι άνθρωποι έχουν σοβαρό λόγο να ικανοποιούν τη φιλαυτία τους (συμφέρον), όμως, υπό τον όρο ότι δεν θα προκαλέσουν την αποδοκιμασία των άλλων. Αυτή η διπλή ροπή, έχει ως συνέπεια, ο καθένας να ψάχνει το σημείο ισορροπίας μεταξύ του συμφέροντός του και του συμφέροντος των άλλων. Η φύση του ανθρώπου δηλαδή είναι έτσι δομημένη ώστε μπορεί φαντασιακά να μπει στην θέση του άλλου και να συμμεριστεί τα συναισθήματα του άλλου.

Αυτό, οι ψυχολόγοι σήμερα το ονομάζουν ενσυναίσθηση (empathy). Οι Σκώτοι το ονόμαζαν sympathy (συμπάθεια). Ποτέ ή σπανίως μόνον η συμπάθεια μπορεί να φτάσει στο επίπεδο του αλτρουϊσμού. Ωστόσο, είναι αρκετά ισχυρή, ώστε να χαλιναγωγεί την τάση προς τον εγωισμό. Η διαδικασία προσομοιάζει με την διαπραγμάτευση μιας εμπορικής συναλλαγής (για τον λόγο αυτό ονόμασα και το σχετικό βιβλίο μου: “Το Ευγενές Εμπόριο της Συμπάθειας”, Νήσος 2016).

Ηθική είναι η πράξη την οποία επιδοκιμάζει ένας ιδεατός, αμερόληπτος και καλά πληροφορημένος παρατηρητής. Όλοι οι άνθρωποι, υποτίθεται, είναι σε θέση να εικάσουν τα συναισθήματα και τις κρίσεις ενός τέτοιου παρατηρητή. Εάν η φύση του ανθρώπου δεν επέτρεπε να κατανοήσουμε τα συναισθήματα του άλλου, ο εγωϊσμός θα ήταν ασυγκράτητος και θα οδηγούμαστε σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, μια κατάσταση που περιγράφει ο Thomas Hobbes, ως “φυσική κατάσταση”. Το ίδιο θα συνέβαινε αν η φύση του κάθε ανθρώπου ήταν εντελώς διαφορετική από την φύση του άλλου. Θα πρόσθετα: εάν παραιτούνταν οι άνθρωποι από την πεποίθηση της κοινής ανθρώπινης φύσης, οπότε θα είχαμε μηδενικό βαθμό ενσυναίσθησης. Με άλλα λόγια εάν ο κάθε άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του ή τον άλλον ως εξαίρεση.

Η προσέγγιση Kant

Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος του πρακτικού ορθολογισμού. Είναι η προσέγγιση που εγκαινιάζει ο Immanuel Kant. Εδώ η κοινή βάση αναφοράς είναι όχι τα συναισθήματα, αλλά η λογικότητα της ανθρώπινης φύσης. Και πάλι η προϋπόθεση είναι οικουμενική. Ο άνθρωπος είναι έλλογο ον. Όλοι οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στη λογική και η λογική είναι μία και ενιαία για όλη την ανθρωπότητα. 1+1=2 ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνότητας και ιδεολογίας. Με βάση τη λογική, είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τις πράξεις μας και τις πράξεις των άλλων. Ο Kant αποφεύγει σκόπιμα να εμπλακεί στην εξέταση του περιεχομένου της ηθικής πράξης. Αν το έκανε, αναγκαστικά θα έβαζε στη συζήτηση τις ηθικές εντολές των θρησκευτικών δογμάτων. Αυτό όμως θα σήμαινε ότι θα επανεισήγε την διχόνοια και τη διαφορά, την οποία προσπαθεί να υπερβεί. Γνωρίζει επίσης την εγωϊστική ροπή του ανθρώπου.

Όλοι οι στοχαστές της νεωτερικότητας αναγνωρίζουν αυτό το κεντρικό σκάνδαλο θα λέγαμε της κοινωνικότητας στην μοντέρνα κοινωνία. Έτσι δεν διατυπώνει ηθικές επιταγές του τύπου: οφείλεις να λες πάντα την αλήθεια ή οφείλεις να μην κλέβεις όσα ανήκουν στον πλησίον σου. Αντ’ αυτού, προτείνει μια λογική φόρμα με την οποία μπορούμε να κρίνουμε τις πράξεις, ακόμα και αν δεν δεχόμαστε την επιτακτική ισχύ των προηγούμενων εντολών.

Αναφέρουμε ένα απλό παράδειγμα που χρησιμοποιεί και ο ίδιος. Ας υποθέσουμε ότι θέλω να λέω ψέματα. Η επιθυμία αυτή αντέχει ένα λογικό τεστ γενίκευσης; Δηλαδή: είναι λογικό να θέλω όλοι να λένε ψέματα; Η απάντηση είναι όχι, ακόμα και για τον μεγαλύτερο ψεύτη. Διότι το ψέμα είναι ωφέλιμο για όποιον το χρησιμοποιεί, μόνον υπό τον όρο ότι ο άλλος αναμένει να ακούσει την αλήθεια. Το γενικώς αναμενόμενο είναι η αλήθεια. Και ο ψεύτης μπορεί να εξαπατήσει μόνον γι’ αυτόν τον λόγο. Εάν ο κανόνας ήταν να λέμε όλοι ψέματα, τότε ο ψεύτης θα αχρηστευόταν αυτομάτως, δεν θα ήταν εξ αρχής πιστευτός. Είναι λοιπόν λογικό να θέλει να ισχύει η αλήθεια για όλους. Εκείνο που κάνει ο ψεύτης –και εδώ είναι το νοηματικό κέντρο του σημειώματος αυτού– είναι ότι θέλει τον γενικό κανόνα, αλλά συγχρόνως θέλει ο ίδιος να αποτελεί εξαίρεση.

Ο καθένας αυτοανακηρύσσεται “εξαίρεση”

Συνοψίζοντας, όποια από τις δύο προσεγγίσεις της ηθικής και αν ακολουθήσουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε ότι μας δεσμεύει η ομοιότητα προς τον άλλον. Η κοινότητα της ανθρώπινης φύσης. Είναι σαφές και για τους ίδιους τους στοχαστές που κατασκεύασαν αυτές τις προσεγγίσεις, πως η υπόθεση είναι άκρως επισφαλής. Ήδη σε υποθετικές συνθήκες απλής εμπορευματικής παραγωγής, όπου οι συναλλασσόμενοι είναι σχεδόν σαν ισότιμοι δρώντες στο παζάρι, τα μοντέλα αυτά είχαν έναν ουτοπικό χαρακτήρα.

Σε μια οικονομία όπου κυριαρχούν τα τεράστια funds, η ενσυναίσθηση ή το τεστ της γενίκευσης του κανόνα είναι αδιανόητα. Η διαβρωτική κυριαρχία του χρήματος ως καθολικής αξίας εκτοπίζει κάθε άλλο κοινωνικό δεσμό και χτίζει τείχη μεταξύ των ατόμων. Το χρήμα είναι εξουσία και ως εξουσία ενέχει ως δομικό της συστατικό τον πόλεμο. Αυτή η ιδέα ήταν άγνωστη στους διανοητές του Διαφωτισμού, παρά τις επιφυλάξεις τους για τη λειτουργικότητα των ίδιων των μοντέλων τους. Εφόσον άνοιξε ο ασκός του Αιόλου, δηλαδή η κατάφαση στην ατομική φιλαυτία, η τάση προς την ηθική διάλυση είναι εγγενής στο σύστημα. Και αυτό ακριβώς είναι που βιώνουμε στις μέρες μας, τις μέρες ενός πολεμικού καπιταλισμού, όπου το τέλος του δυτικού πολιτισμού μοιάζει περισσότερο εγγύς από ποτέ. Τι παρατηρούμε σήμερα; Να το διατυπώσουμε συνοπτικά: την αποθέωση της εξαίρεσης.

Το μοντέλο Τραμπ-Νετανιάχου σε επίπεδο κεντρικής ηγεσίας του ιμπεριαλισμού, αναπαράγεται δίκην φράκταλ, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας, αλλά και της ιδιωτικής πρακτικής μας. Ο καθένας αυτοανακηρύσσεται “εξαίρεση”. Μπορούμε να κάνουμε συμφωνίες και να τις αθετούμε αδίστακτα. Κατάπαυση του πυρός και συνεχίζουμε τους βομβαρδισμούς! Να απαιτούμε και να το λέμε ευθαρσώς ότι δεν μας δεσμεύει η ηθική των άλλων των κοινών θνητών. Να μην αναγνωρίζουμε κανένα κανόνα ούτε να ζητάμε την αλλαγή των κανόνων. Χωρίς κανόνες. Χωρίς καμία ενσυναίσθηση απέναντι στο τι πόνο προκαλούμε. Και χωρίς συνειδησιακό έλεγχο, καθώς έχουμε πανηγυρικά παραβιάσει την βασική παραδοχή της κοινής ανθρώπινης φύσης.

Ο άλλος δεν είναι ένας άλλος όμοιος. Είναι ένας δαιμονοποιημένος άλλος. Αυτό μας πηγαίνει όχι απλώς πίσω από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, αλλά και πριν από τον Θουκυδίδη. Επομένως ούτε η ψευδολογία, ούτε η κλοπή, ούτε ο βασανισμός, ούτε ο φόνος αποτελούν ηθικά ελεγχόμενες πράξεις. Γιατί; Η μοναδική απάντηση που υψώνεται σε αυτό το ερώτημα, σε επίπεδο πολιτικής κορυφής, αλλά και προσωπικής καθημερινότητας, είναι η φράση: “Τα κάνω όλα αυτά γιατί μπορώ. Και μπορώ εγώ, όχι ο άλλος”. Αυτό είναι η τυραννία της εξαίρεσης. Δεν είναι μια ηθική παράβαση. Ηθικές παραβάσεις πάντα συνέβαιναν. Είναι όχι παράβαση, αλλά κατάργηση του κανόνα. Στη θέση του κανόνα μπαίνει ο συσχετισμός ισχύος. Το κάνω επειδή μπορώ. Αυτό σημαίνει πως αύριο θα το κάνει ο άλλος επειδή μπορεί. Με ποιο μέτρο θα τον ελέγξω;

Κάπως έτσι βαδίζει η Δύση προς τη βαρβαρότητα. Όχι επειδή νικήθηκε από κάποιον άλλον ανταγωνιστικό πολιτισμό. Απλώς υποκύπτει στη δική της ύβρι, πως αποτελεί η ίδια την κατ’ εξοχήν εξαίρεση: τον τελικό κριτή των ανθρώπινων πολιτισμών. Την ύβρι αυτή προσπάθησε με διάφορους τρόπους να καλύψει, αλλά αδυνατεί πλέον. Και είναι ειρωνεία ότι όσο η ισχύς της φθίνει, τόσο περισσότερο επικαλείται την ισχύ της ως μοναδική “ηθική” αυτοδικαιολόγηση. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το τέλος της. Θα είναι όμως μάλλον εξαιρετικό και αυτό.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx